Η ζαλάδα!

Δυο φίλοι μπαίνουν σ’ ένα καράβι για να πάνε σε κάποιο νησί. Αφού αράζουν στο κατάστρωμα λέει ο ένας.
-Ρε Μήτσο δεν πήραμε τίποτε φάρμακα για την ναυτία, πετάξου απέναντι στο φαρμακείο να πάρεις, πάρε και κανένα προφυλακτικό. Πηγαίνει ο φίλος του και γυρίζει με ένα χάπι για την ναυτία και ένα προφυλακτικό.
-Ρε ξεφτίλα μόνο για πάρτι σου πήρες, πήγαινε ξανά! Πηγαίνει και ζητά από το φαρμακοποιό ξανά τα ίδια, όταν επιστρέφει στο καράβι του λέει ο φίλος του.
-Καλά τόσο τσιγκούνης είσαι, και αν μας τύχουν τίποτε γκόμενες πως θα τη βγάλουμε; Πηγαίνει νευριαμένος ο Μήτσος πάλι στο φαρμακείο και ζητά 3 προφυλακτικά και άλλα τόσα χάπια, τον κοιτάζει ο φαρμακοποιός και του λέει.
-Καλά ρε παιδάκι μου, αφού σε ζαλίζει τόσο το πήδημα γιατί δεν το κόβεις;

Μην σκύβεις τόσο πολύ…

Κάποτε ο Διογένης βλέποντας μια γυναίκα να σκύβει πολύ μπροστά στα αγάλματα των θεών, θέλοντας να την απαλλάξει από την θρησκοληψία, την πλησίασε και της είπε: «Mη σκύβεις τόσο πολύ κυρά μου, γιατί κάποτε ο θεός θα σταθεί πίσω σου και θα δει άσχημα πράγματα».

Ωραίος ο γαμπρός!

Αφού ένα ζευγάρι παντρεύτηκε στην εκκλησία, ο γαμπρός απευθύνθηκε στους καλεσμένους και είπε, ότι κάτω από κάθε θέση υπάρχει ένας φάκελος με μια φωτογραφία που δείχνει την νύφη να κάνει έρωτα με έναν άλλο άντρα. Ο γαμπρός ήθελε να βάλει τους γονείς της νύφης να πληρώσουν τα έξοδα για το γάμο και να την κάνει ρεζίλι. Η μάνα λυποθύμισε και μόλις συνήλθε έσυρε φωνή, «Μαγδάλω θα σε γδάρω!» Χώρισαν την επόμενη Δευτέρα.

Κύρος ο Μέγας

Η ιστορία του σπουδαίου αυτού ηγεμόνα μοιάζει με παραμύθι. Θα κάνω μια σύντομη αυτοβιογραφία του από τον Ηρόδοτο.
-Οι Σκύθες είχαν κυριαρχία στην Ασία για είκοσι οκτώ χρόνια, είχαν αναστατώσει την περιοχή με την βιαιότητά τους και την αδιαφορία τους για το παν. Εκτός από την φορολογία, στις επιδρομές με το ιππικό τους, άρπαζαν ότι είχε και δεν είχε ο καθένας τους. Τους περισσότερους από αυτούς τους Σκύθες τους φιλοξένησε ο Κυαξάρης και οι Μήδοι, αφού τους μέθυσαν τους έσφαξαν, έτσι πήραν την εξουσία στα χέρια τους. Ύστερα ο Κυαξάρης-που βασίλευσε σαράντα χρόνια, αν υπολογίσουμε και αυτά που όριζαν την Ασία οι Σκύθες-πεθαίνει.
-Τον διαδέχεται στο θρόνο ο Αστυάγης, ο γιος του Κυαξάρη. Αυτός απόχτησε μια κόρη τη Μάνδανη. Είδε στον ύπνο του ο Αστυάγης πως η κόρη του κατούρησε τόσο πολύ, ώστε γέμισε και την πόλη τους, αλλά πλημμύρισε και την Ασία ολάκερη. Το όνειρό του το εμπιστεύτηκε σε ονειροκρίτες μάγους και φοβήθηκε, όταν έμαθε τι ακριβώς σήμαινε. Σαν έγινε κόρη της παντρειάς την έδωσε σε έναν Πέρση-Καμβύσης το όνομά του- που ήταν από καλό σπίτι και τον έβρισκε κατώτερο από Μήδο δεύτερης σειράς. Ζούσαν παντρεμένοι ο Καμβύσης και η Μάνδανη, όταν ο Αστυάγης είδε άλλο όνειρο: του φάνηκε ότι από το αιδοίο της κόρης του φύτρωσε ένα κλήμα, και αυτό άπλωσε πάνω σ’ όλη την Ασία.
-Οι μάγοι του εξήγησαν πως αυτό σημαίνει, πως θα βασιλεύσει στην θέση του ο γιος της κόρης του. Έστειλε και έφεραν την κόρη του, την φρουρούσε και μόλις γέννησε, έδωσε το παιδί σε έναν έμπιστο βοσκό με την εντολή να το πάει σπίτι του και αφού το σφάξει να το θάψει. Αυτός λυπήθηκε το μωρό και δεν το σκότωσε. Όταν μεγάλωσε ο Κύρος, που είχε βέβαια άλλο όνομα, μαστίγωσε ένα παιδί. Ο πατέρας του παιδιού που ήταν από αρχοντική γενιά προσβλήθηκε και πήγε στον Αστυάγη, αυτός φώναξε το γιο του βοσκού και κατάλαβε ότι ήταν ο εγγονός του. Είπε στον παππού του πως χτύπησε το παιδί γιατί ενώ τον είχαν εκλέξει για βασιλιά αυτό δεν τον υπάκουσε. Θυμωμένος αλλά δεν άφησε να φανεί, κάλεσε στο σπίτι του τάχα για τραπέζι τον ανυπάκουο και του είχε ετοιμάσει για δείπνο το γιο του. Μετά ρώτησε τους μάγους τι να κάνει με τον Κύρο.
-Οι μάγοι του είπαν ότι αφού έγινε βασιλιάς στα παιδιά, επληρώθηκε η προφητεία, αλλά του είπαν να στείλει το παιδί στη Περσία στους γονείς του. Έστειλε μήνυμα όταν μεγάλωσε ο Κύρος, αυτός που τον είχε αναγκάσει να φάει το παιδί του, και του είπε να ξεσηκώσει τους υπόδουλος Πέρσες εναντίον του παππού του, και αυτοί δεν θα πολεμούσαν γιατί μισούσαν τον παππού του. Ο Κύρος για να πείσει τους Πέρσες να κινηθούν εναντίον των Μήδων, τους μάζεψε σε ένα μεγάλο χωράφι με τα δρεπάνια τους και το καθάρισαν δουλεύοντας όλη μέρα σκληρά. Τη άλλη μέρα είχε πολλά ερίφια, τα σούβλισαν και τα έφαγαν, αφού τελείωσαν ο Κύρος τους ρώτησε ποιά μέρα πέρασαν καλύτερα, την πρώτη ή τη σημερινή. Αυτή του απάντησαν τη σημερινή, ωραία τους είπε, αντί να είμαστε δούλοι των Μήδων θα κάνουμε αυτούς δούλος των Περσών, έτσι ξεκίνησε την δυναστεία του ο Μέγας ιδρυτής του Περσικού κράτους.

Οι καλλιεργητές του μίσους

Η απόπειρα δολοφονίας εναντίον του πρώην πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου, προκαλεί αποτροπιασμό σε κάθε νοήμονα άνθρωπο. Θα παραθέσω τις δηλώσεις που έκαναν ο δικός μας πρωθυπουργός «κύριος» Τσίπρας και ομόλογός του της Κύπρου. Ο Τσίπρας περιορίστηκε σε ένα…tweet με το οποίο ευχήθηκε καλή ανάρρωση στον πρώην πρωθυπουργό και στους συνοδούς του, καταδικάζοντας παράλληλα απερίφραστα την τρομοκρατική επίθεση. Πέρα από αυτό τίποτε άλλο.
-Όμως ο Πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης ανάρτησε στο twitter μήνυμα, αλλά δεν περιορίστηκε μόνο στην «καλή ανάρρωση». Δήλωσε συγκλονισμένος και εξέφρασε την αποστροφή του στην επίθεση κατά του πρώην πρωθυπουργού. Η δολοφονική επίθεση κατά του Λουκά Παπαδήμου είναι δηλωτική της κατάπτωσης του εθνικού βίου και πιθανόν να αποτελέσει τη θρυαλλίδα για μια γενικότερη αντίδραση που πρώτα θα πλήξει την κυβέρνηση και ειδικότερα τον ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό γιατί η κυβέρνηση και το κόμμα δείχνουν διαρκώς σημεία ανοχής και υποχωρητικότητας στο φαινόμενο της εγχώριας τρομοκρατίας.
-Αδιάψευστος μάρτυρας η απουσία κάθε παρέμβασης στα Εξάρχεια, όπου οι κουκουλοφόροι έχουν εγκαθιδρύσει κράτος εν κράτει, κάτι σαν ελεύθερη ζώνη αναρχίας. Το μαρτυρεί η στάση στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που στήνονται έξω από τη ΓΑΔΑ κάθε φρά που υπάρχουν συλλήψεις αναρχικών μετά από συγκρούσεις με την αστυνομία και ζητούσαν την απελευθέρωσή τους. Υπάρχει δηλαδή μια ενοχική συμπεριφορά και στάση απέναντι σε αυτόν τον κύκλο της τρομοκρατίας που διχάζει την κοινωνία και βαραίνει το κλίμα στην πολιτική ζωή του τόπου.

Ο φαντάρος και η κοπέλα

Κάποιος νέος υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία σε ένα ελληνικό νησί. Γνώρισε σε μια από τις εξόδους του μια κοπέλα και έκαναν εξαιρετική παρέα, την περίμενε πάντα έξω από το σπίτι της και πάντα μετά την διασκέδαση την έφερνε πάλι πίσω. Μια μέρα ενώ περπατούσαν, η κοπέλα αισθάνθηκε να κρυώνει, αυτός έβγαλε το μπουφάν του και της το έδωσε.
-Το επόμενο πρωί επειδή χρειάστηκε το μπουφάν, πήγε και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της. Του άνοιξε μια κυρία και της εξήγησε ότι χρειάζεται το μπουφάν που έδωσε στην κοπέλα. Αυτή του είπε ότι η κοπέλα που περιγράφει ήταν η κόρη της και έχει πεθάνει δυο χρόνια πριν. Αυτός γεμάτος περιέργεια πήγε στο νεκροταφείο, εντόπισε το μνήμα της από την φωτογραφεία, και πάνω στην πλάκα του τάφου είδε το μπουφάν του.

Λουτρό αίματος

Τα γεγονότα που δίνουν το θέμα αυτής της ιστορίας στηρίζονται πάνω σε μια ιστορική αλήθεια και αναφέρονται στα έγγραφα της συνταρακτικής δίκης της κόμησσας Ελισάβετ Ναντάσντι που υπάρχουν ακόμα.
Η κόμησσα ήταν μια γυναίκα με σπάνια καλλονή, απ’ εκείνες που εμπνέουν περισσότερο θαυμασμό και ενθουσιασμό παρά πάθος και βασανιστικό πόθο. Το ευγενικό και ντελικάτο πρόσωπό της με τα λεπτά χρώματα και την ακτινοβόλα νιότη, τριγυρισμένο από μπούκλες μαύρες, φαινόταν, όταν κρατούσε τα μακρουλά βλέφαρά της χαμηλωμένα, σαν ένα αληθινό πρόσωπο αγίας. Ο Έμεριχ ένας νεαρός μόλις την είδε την ερωτεύτηκε με ένα παράφορο πάθος, αυτή στην γνωριμία τους προσήλωσε τα μεγάλα γαλανά της μάτια απάνω στον Έμεριχ που το άδολο ύφος του κι παιδική αφέλειά του της υπόσχονταν ευχάριστες ώρες τέρψεων. Τον παρακάλεσε θερμά να πηγαίνει τακτικά να την βλέπει, και ο νέος δεν άργησε να γίνει ο καθημερινός επισκέπτης του μεγάρου της.
-Μια μέρα μπήκε στην κάμαρά της, ενώ μια από τις νέες και ωραίες καμαριέρες της καθόταν και διόρθωνε τα πλούσια και βαριά μαλλιά της. Σταμάτησε δειλιασμένος στο κατώφλι, μα η κόμησσα τον κάλεσε να ‘μπει και τον δέχτηκε με τόση αφέλεια, σαν να ‘ταν καμιά από τις φιλενάδες της. Καθώς γελούσε και, με το γέλιο της, το κεφάλι της έγερνε πίσω, τα μαλλιά της μπλέχτηκαν στο χτένι το χρυσό, που κρατούσε στο χέρι της η κόρη, και τραβήχτηκαν με δύναμη. Η κόμησσα ανατινάχτηκε από τον πόνο και κοίταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες από οργή την ένοχο, που έπεσε στα γόνατα ζητώντας με ικεσία συγγνώμη.
-«Θα σου έπρεπε μαστίγωση», είπε η κόμησσα με τόνο αυστηρό που κατάπληξε τον Έμεριχ. «Μα θα φανώ επιεικής και δεν θα τιμωρήσω παρά το χέρι που μ’ έκανε να πονέσω». Και λέγοντας αυτό, έπιασε το δεξί χέρι της κόρης, που έτρεμε όλη, και βύθισε στο δάκτυλό της, ανάμεσα στο νύχι και στη σάρκα, μια μακριά καρφίτσα, που βρισκόταν απάνω στο τραπεζάκι της τουαλέτας της. Ενώ η δυστυχισμένη άφησε μια σπαρακτική κραυγή, αυτή συνέχισε με ηδονή να χώνει την καρφίτσα σε όλα τα δάχτυλα ανάμεσα του νυχιού και της σάρκας, και δοκίμαζε άπειρη τέρψη βλέποντας τους σπασμούς του προσώπου της δυστυχισμένης κόρης και τα άφθονα δάκρυά της.
-Την άνοιξη, η κόμησσα Ναντάσντι έφυγε από την Βιέννη για να γυρίσει στα χτήματά της. Τη στιγμή που έφευγε, επανέλαβε την πρόσκλησή της, και πριν περάσει ο μήνας, ο ερωτευμένος ευγενής ξεκίνησε με τέσσερις ιπποκόμους, όπως ήταν η συνήθεια της εποχής να ταξιδεύουν οι ευγενείς. Κατά την διαδρομή τους συνάντησαν μια παρέα που πήγαινε και αυτή για την κόμησσα. Κάποιος Κολομάν που συνόδευες την αδελφή του μίλησε στον νέο παρά τα νεύματα που του έκανε η αδελφή του να σταματήσει.
«Κυκλοφορούν παράδοξες φήμες για την αιώνια νεότητα της Ναντάσντι, ακόμα από την εποχή που ήταν κόρη, όλοι την θεωρούσαν την πιο ωραία απ’ όλες τις γυναίκες της Ουγγαρίας, και οι μεγιστάνες του βασιλείου έκαναν παρέλαση μπρος στον γέρο πατέρα της για να την ζητήσουν σε γάμο. Μα εκείνη θέλοντας να είναι η πιο ωραία και η πιο πλούσια της χώρας, προτίμησε τον γέρο Ναντάσντι, που πέθανε ύστερα από λίγο καιρό, χάρη σε μια ουσία που η νεαρή σύζυγός του ανακάτεψε στο φαγητό του, όπως λένε. Όταν η κόμησσα έμεινε χήρα, άρχισε να διαθέτει σαν βασίλισσα τα άπειρα πλούτη που της άφησε ο άντρας της. Τώρα, αυτή η γυναίκα δεν είναι καθόλου γινομένη για να υποφέρει τον ζυγό ενός κυρίου. Ζει πότε στην Βιέννη, πότε στα χτήματά της, περιστοιχισμένη από πολυάριθμους δούλους. Ο χρόνος περνά από πάνω της δίχως να της αφήνει τα ίχνη του, ενώ οι νεαρές υπηρέτριες που την περιστοιχίζουν εξαφανίζονται με τον πιο μυστηριώδικο τρόπο».
«Πώς εξηγείτε αυτό το αίνιγμα;» ρώτησε ο Έμεριχ. Ο Κολομάν σιώπησε μερικές στιγμές. Ύστερα επανέλαβε: «Δεν ξέρω τι συμβαίνει, αλλά το βέβαιο είναι ότι η γυναίκα αυτή είναι τόσο σκληρή όσο κι ωραία, και δοκιμάζει ανέκφραστη ηδονή με το να βασανίζει εκείνους που νομίζει ότι της έφταιξαν σε κάτι. Τον περασμένο χειμώνα, λίγο καιρό πριν γυρίσει στη Βιέννη, διέταξε κι έδεσαν μιαν υπηρέτρια κάτω από την βρύση που τρέχει στην αυλή της έπαυλής της, κι αυτή τυλιγμένη με ζεστές γούνες, στεκόταν και την κοίταζε που πάγωνε σιγά σιγά».
-Ενώ έμπαιναν στην ευρύχωρη αυλή της έπαυλης του Έφειθ, ο Κολεμάν έριξε στον Έμεριχ μια ματιά σαν να του θύμιζε τα λόγια που του είχε πει. Ένα παράξενο θέαμα παρουσιάστηκε στα μάτια τους μόλις μπήκαν. Ένας έφηβος, που φαινόταν πως ήταν από καλή οικογένεια, ήταν δεμένος σε ένα παλούκι, και δυο άνδρες με κτηνώδικο ύφος τόνε χτυπούσαν με βέργες από κλαδιά βάτου. Η κόμησσα όρθια κοντά τους, μετρούσε τα χτυπήματα κι έβλεπε το αίμα του δυστυχισμένου να τρέχει, δίχως να δείχνει τον ελάχιστο οίκτο. Μόνο όταν είδε τους ξένους, αποφάσισε να αναβάλει την σκληρότητά της, και διέταξε ν’ αφήσουν το θύμα της.
«Ποιος είναι αυτός ο νέος και τι έκανε;» ρώτησε ο Έμεριχ.
«Ο τρελός αυτός νέος είχε την τόλμη να σηκώσει τα μάτια του σε μένα. Τον έχω στην υπηρεσία μου κι εκτελεί τα χρέη του θαλαμηπόλου, αλλά τόλμησε να μου δείξει έλλειψη σεβασμού. Και έκανα ότι και η δούκισσα Χέδβιγκ έκανε στον μοναχό Έγκινχαρδ, για να του κατευνάσει την ερωτική του λάβρα. Ω! είναι μια τέρψη που δεν πληρώνεται μ’ όλο το χρυσάφι της γης». Λίγες ημέρες μετά η κόμησσα έδωσε στη έπαυλή της μια θαυμάσια γιορτή, όπου προσκάλεσε όλη την αριστοκρατία των περιχώρων, η γιορτή κατέληξε με έναν άνθρωπο δεμένο στη ράχη ενός ελαφιού, ενώ τον κυνηγούσαν με τα σκυλιά τους, μέχρι που βγήκε η ψυχή του.
-Πέρασαν μερικοί μήνες και ο αριθμός των κοριτσιών που υπηρετούσαν την κόμισσα είχε αρκετά λιγοστέψει, ο Έμεριχ το παρατηρούσε με μιαν ανατριχίλα φρίκης. Μα η αγάπη του είχε καταντήσει φρενοπάθεια. Δεν μπορούσε πια να υποφέρει την ιδέα να ζήσει μακριά από τη Ελισάβετ, είχε υποδουλωθεί σ’ αυτήν και το σώμα και η ψυχή του. Απ’ τ’ άλλο μέρος, η ωραία και αδυσώπητη γυναίκα χρησιμοποιούσε τη ζήλια για να ερεθίσει ακόμα περισσότερο το νοσηρό του πάθος. Τότε παρουσιάστηκε στην έπαυλη ο Ιπολκάρ. Το κορμί του κι η μορφή του ήταν προικισμένα με την σκοτεινή εκείνη και συνταρακτική ομορφιά ενός αποστάτη αγγέλου. Κανείς δεν μπορούσε να υποφέρει το βλέμμα του. Μια μέρα, ο Έμεριχ άκουσε δίχως να το θέλει, τον Ιπολκάρ και την κόμησσα ν’ ανταλλάσσουν λίγες λέξεις στην αυλή. Η Ελισάβετ έλεγε:
«Έχω ανάγκη από κορίτσια, πρέπει να βρεθούν με κάθε θυσία. Οι τελευταίες έφυγαν, ποιός θα με υπηρετήσει;»
«Ξέρεις πως έψαξα σε όλη την Ουγγαρία, μα μου στάθηκε αδύνατο να σου βρω, ο λαός έχει σχηματίσει την ιδέα ότι το να σε υπηρετεί κανείς ισοδυναμεί με θάνατο, μα δεν έχει το παλικάρι;»
– Η κόμισσα ήταν έτοιμη να απαντήσει, όταν ο Έμεριχ παρουσιάστηκε ξαφνικά και σιώπησε. Το βράδυ ο Ιπολκάρ έφυγε από την έπαυλη και ο νέος βρήκε το θάρρος να την πλησιάσει, αυτή του ζήτησε να μην την ενοχλεί, και αυτός την παρακάλεσε. «Μην με διώχνεις δέσε με σε ένα ελάφι όπως εκείνον το λαθροθήρα, και κυνήγησέ με τα σκυλιά σου μέχρι να βγει η ψυχή μου, αλλά μην με διώχνεις.»
«Θα ‘θελες να πεθάνεις για μένα;» ψιθύρισε η κόμησσα κοιτάζοντας τον Έμεριχ με μια παράδοξη έκφραση. «Λες αλήθεια;»
«Σου ορκίζομαι. Αν δεν θέλεις να γίνεις δικιά μου, προτιμώ να πεθάνω στα πόδια σου». Άπλωσε τα χέρια της, έστρωσε τις μπούκλες που του έπεφταν με ακαταστασία γύρω απ’ το φλογισμένο του μέτωπο και τον τράβηξε απάνω στα στήθια της.
«Εδώ θα πεθάνεις, με μια γλύκα που δεν την φαντάστηκες ποτέ σου», του είπε.
-Λίγες μέρες αργότερα μια από τις δυο γριές μάγισσες ξύπνησε τον Έμεριχ και τον οδήγησε σε μια αίθουσα με ανατολίτικη πολυτέλεια, πάνω σ’ ένα ντιβάνι ήταν ξαπλωμένη η κόμισσα, πανέμορφη όσο ποτέ. Δέχτηκε τον λάτρη της μ’ ένα χαμόγελο που έλεγες πως προανάγγειλε την μέλλουσα ευτυχία του. Αφού του εξήγησε ότι έχει την διπλάσια ηλικία από την δική του. Διατηρώ την νιότη μου χάρη στο λουτρό που κάνω με αίμα κάθε που γεμίζει το φεγγάρι, σήμερα θα λουστώ με το δικό σου. Έκανε ένα νεύμα, άνθρωποι με προσωπίδες πρόβαλαν από μια μυστική πόρτα, έπιασαν και τον έδεσαν από χέρια και πόδια ενώ πάλευε του κάκου.
-Ήταν μαζί τους και ο Ιπολκάρ, ο σκληρός ευνοούμενος που σ’ ένα νεύμα της πλησίασε στον τοίχο και γύρισε ένα εργαλείο. Ένας απαίσιος κρότος σιδερικών ακούστηκε, κι ο τοίχος άνοιξε και μια υπέροχη γυναίκα από ατσάλι λαμπερό σαν καθρέφτης προχώρησε μέσα στο δωμάτιο.
«Να η αρραβωνιαστικιά σου!» είπε η κόμησσα με σατανικό χαμόγελο, «θέλω το λουτρό μου Ιπολκάρ!» διέταξε η κόμισσα χωρίς να δίνει προσοχή στη αγωνία του φίλου της. Ο Ιπολκάρ τον σήκωσε και τον έβαλε στα μπράτσα της σιδερένιας γυναίκας που έκλεισε το νέο μέσα στη αγκαλιά της. Ύστερα, πίεσε με το πόδι του ένα ελατήριο που ήταν στο πάτωμα, κι ωραία άψυχη άρχισε το έργο της: αναρίθμητες σουβλερές λάμες βγήκαν από το στήθος της, από τα μπράτσα της, από τις γάμπες της, από τα πόδια της, και χώθηκαν στα μέλη του δυστυχισμένου, που έβλεπε το αίμα του να ρέει αργά αργά σαν ρυάκια πορφύρας, ενώ η κόμμισα και ο Ιπολκάρ ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
-Η γούρνα γέμισε αίμα και η κόμησσα βύθιζε κιόλας εκεί μέσα με άπειρη τέρψη τα γυμνά της πόδια κι έβγαζε τη ρόμπα της για να βυθιστεί όλη στο αίμα που άχνιζε, όταν ξαφνικά χτύπησαν δυνατά την πόρτα. Η αστυνομία δεν άφησε κανέναν να ξεφύγει. Φορτωμένοι με αλυσίδες, η κόμησσα, ο Ιπολκάρ και οι συνένοχοί τους περίμεναν στα υπόγεια του πύργου την τιμωρία τους για τα φρικιαστικά τους εγκλήματα. Οι δικαστές έβγαλαν την απόφαση που καταδίκαζε τα ωραία μέλη της κόμησσας να υποβληθούν στα ίδια βασανιστήρια, που τόσο συχνά την είχαν τέρψει.
-Χρειάστηκε να τα βασανίσουν πολλές φορές ώσπου ν’ αποσπάσουν από το στόμα της μια πλήρη ομολογία. Ύστερα την έκλεισαν για πάντα στην υπόγεια και σκοτεινή φυλακή του πύργου, όπου καμιά αχτίδα φωτός και κανένας ήχος δεν περνούσε ποτέ. Η διαμονή στη παγερή αυτή και υγρή μοναξιά, που μόνο τα σκουλήκια κι οι ποντικοί της έδιναν ζωή, ήταν για την εύθυμη γυναίκα, τη συνηθισμένη στην πολυτέλεια και την άνεση, χίλιες φορές χειρότερη από το θάνατο. Ο Ιπολκάρ αποκεφαλίστηκε στην αυλή του πύργου, οι δυο μάγισσες, όπως τις έλεγε ο λαός, κάηκαν ζωντανές. Η κόμισσα πέρασε τρία χρόνια στην τρομακτική της φυλακή, όπου ο Χάρος ήρθε και τη λύτρωσε, την 21η Αυγούστου 1614.

Λεοπόρδος Μαζόχ