Κολοκοτρώνης και Οθωνας

Ιστορικό ανέκδοτο που δείχνει την ευστροφία του μεγάλου πολέμαρχου. Τον είχε καλέσει κάποτε ο βασιλιάς σε τραπέζι, επειδή του φαίνονταν απρεπές η προσφώνηση του ονόματος Κολοκοτρώνης, μόλις τον χαιρέτισε του λέει, καθίστε κύριε Κοτρώνη. Γυρίζει ο Γέρος και του λέει, πως να καθίσω αφού μου κόψατε τον κώλο!

Η αλήθεια για το είκοσι ένα

Οταν άρχισε τον αγώνα η Φιλική Εταιρία, ήξερε πως δεν μπορούν να κερδίσουν τον αγώνα μόνοι και αβοήθητοι οι Ελληνες. Για ανθρώπους σοβαρούς, όπως οι Φιλικοί, που δεν πρέπει να συγχέονται με τους σημερινούς δημαγωγούς του «βυθίσατε το Χόρα» και άλλα τέτοια φαιδρά και ρωμέικα, ήταν αυτονόητο πως αν δεν επενέβαινε τουλάχιστο μια μεγάλη δύναμη υπέρ της Ελλάδος, το παιχνίδι θα ήταν εξαρχής χαμένο. Είναι νόμος ιστορικός, και όχι μόνο, η ποιότητα να υποτάσσεται στην ποσότητα. Ο αναμφισβήτητος ηρωισμός των Ελλήνων επαναστατών αργά ή γρήγορα θα εξαφανιζόταν κάτω από τον όγκο των τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων. Μια χούφτα άνθρωποι θα ήταν αδύνατο να τα βάλουν με μια απέραντη Αυτοκρατορία, έστω και αν αυτή από πολλών ετών βρισκόταν σε παρακμή.
Οι Ελληνες χρωστάμε την ελευθερία μας όχι στους ομόδοξους Ρώσους, αλλά στους ετερόδοξους Αγγλους, και συγκεκριμένα στον Τζώρτζ Κάνιγκ. Επειδή οι σημερινοί Ελληνες είναι στην συντριπτική πλειοψηφία τους ζουλάπια και ανιστόρητοι, συνεχώς γκρινιάζουν για την εξάρτησή τους από τους ξένους, αφού υπάρχουμε σαν κράτος χάρη στην πολιτική των ξένων. Αλλά και στα δάνεια που δίνουν συνεχώς οι ξένοι για να συντηρούν ένα τεχνητό κράτος για λόγους γεωπολιτικούς και όχι φιλελληνικούς. Πριν αρχίσει η επανάσταση, αυτός ο γίγαντας που λέγεται Καραισκάκης είχε πει. «Οι κοτζαμπάσηδες είναι χειρότεροι από τους Τούρκους, αυτούς πρέπει να καθαρίσουμε πρώτα». Είχε απόλυτο δίκιο, εδώ σήμερα έχουμε όχι καπιταλισμό κοτζαμπασισμό έχουμε.

Ταρίφες στα καλύτερά τους

Τρεις τύποι τύφλα στο μεθύσι μπαίνουν σ’ ένα ταξί…
Ο ταξιτζής καταλαβαίνει ότι είναι μεθυσμένοι, ανάβει την μηχανή και την ξανασβήνει!
Τους λέει «φτάσαμε»
Ο πρώτος του δίνει τα λεφτά, ο δεύτερος ντου λέει ευχαριστώ, και ο τρίτος του τραβάει μια σφαλιάρα.
Ο ταρίφας σοκαρίστηκε, νόμισε ότι τον κατάλαβε και τον ρωτάει γιατί με χτύπησες. Ο μεθυσμένος του απαντάει. «Για να μάθεις βλάκα να μην τρέχεις σαν τρελός, παρολίγο να μας σκοτώσεις!»

Βάλε μου ένα ουίσκι!

Μπαίνει ένας τύπος σ’ ένα μπαρ και λέει στο μπάρμαν.

«Βάλε μου ένα ουίσκι να μην γίνει ότι και πέρισυ!!!

Του λέει ο μπάρμαν «δεν έχω ουίσκι».

Ο τύπος επαναλαμβάνει, «βάλε μου ένα ουίσκι, να μην γίνει ότι και πέρισυ!!!

«Σού είπα δεν έχω ουίσκι» ο μπάρμαν.

Ο τύπος, «σου το λέω για τελευταία φορά, ένα ουίσκι να μην γίνει ότι και πέρισυ!!!

«Μα τι έγινε πέρισυ» ρωτάει απορημένος ο μπάρμαν.

«Δεν ήπια ουίσκι!!! απαντάει ο τύπος.

Η φοβερή επίκληση στη Θεία Δικαιοσύνη

Βρισκόμαστε στις 11 Μαρτίου του 1314, ημέρα Δευτέρα. Στη Γαλλία, εδώ και μερικούς μήνες, είχαν ανάψει παντού οι φωτιές των εκτελέσεων. Πότε με ψυχολογικές πιέσεις κι άλλοτε με βασανιστήρια, φυλακίσεις στα μπουντρούμια, αλυσοδέματα κι απειλές για την Αιώνια Κόλαση, οι Ιεροεξεταστές κατάφεραν ν’ αποσπάσουν 207 ομολογίες. Το μόνο που τους έμενε ακόμα, ήταν ν’ αποφασίσουν την τύχη των μεγάλων αξιωματούχων. Ο Μέγας Διδάσκαλος των Ναιτών και ο Διοικητής της Νορμανδίας, εξαπατήθηκαν από τους αντιπροσώπους του Βασιλιά και του Πάπα, οι οποίοι τους είχαν τάξει την ελευθερία αν ομολογούσαν, και τελικά τους καταδίκασαν σε «ισόβια φυλάκιση» με μοναδική τροφή το «ψωμί του πόνου και το νερό της θλίψης». Τους καταδίκασαν σε κάτι χειρότερο κι από το θάνατο. Θα ήταν υποχρεωμένοι να περάσουν την υπόλοιπη ζωή τους, χτισμένοι κυριολεκτικά μέσα σ’ ένα βαθύ και σκοτεινό μπουντρούμι, αλυσσοδεμένοι στους υγρούς του τοίχους, μέσα σε μιαν απόλυτη σιωπή, πιο καταθλιπτική κι απ’ τη σιωπή του τάφου. Κι εκεί μέσα στο απόλυτο σκοτάδι μ’ ελάχιστη τροφή θα κατέρρεαν σιγά-σιγά σωματικά και ηθικά. Μοναδική τους ελπίδα απ’ αυτήν την καταδίκη θα ήταν ο αργός βασανιστικός θάνατος απ’ την πείνα, τη δυσεντερία και την αφυδάτωση.
-Οι δυο άντρες έχουν φτάσει πια γύρω στα εβδομήντα τους χρόνια, έχουν ζήσει τη ζωή τους και δεν μπορούν ν’ ανεχτούν την πολύχρονη φυλάκιση. Ακούγοντας την τρομερή καταδίκη κατηγορούν το βασιλιά και τον Πάπα για δόλο και απάτη. Ο βασιλιάς ο Φίλιππος ο Ωραίος, μόλις μαθαίνει την είδηση, συγκαλεί αμέσως το συμβούλιό του, χωρίς να προσκαλέσει κανέναν εκκλησιαστικό αντιπρόσωπο. Αποφασίζει πως μέχρι το βράδυ, πρέπει να καούν ο Μέγας Διδάσκαλος του Ναού κι ο Διοικητής της Νορμανδίας. Ακόμα, μαντεύοντας ίσως τους λόγους του διαβήματός τους, ο βασιλιάς καθορίζει την λεπτομέρεια, πως πρέπει να καούν σε σιγανή φωτιά. Σε λίγο στο νησάκι του Σηκουάνα, (που λεγόταν «νησί των Εβραίων» επειδή είχαν καεί εκεί πολλοί ραββίνοι και σοφοί ταλμουδιστές) προετοιμάζουν τη φωτιά, μεταφέροντας τα απαραίτητα ξύλα για την εκτέλεση. Τα κανονίζουν έτσι, ώστε να τροφοδοτούν τη φωτιά σιγά-σιγά, για να ικανοποιηθεί η επιθυμία του βασιλιά. Καρφώνουν κάθετα στο έδαφος δυο στύλους από κέδρο, μουσκεμένους από μήνες μέσα στα νερά του ποταμού, για να τους προστατέψουν από τη φωτιά και τους στηρίζουν με σιδερένιες αλυσσίδες έτσι που οι κατάδικοι, να μη μπορέσουν να τους μετακινήσουν από τους σπασμούς του μαρτυρίου τους.
-Νωρίς το απόγευμα όλα είναι έτοιμα, οι καμπάνες της Παναγίας των Παρισίων κτυπούν αργά, πένθιμα, προσκαλώντας το πλήθος στην εκτέλεση. Οι δυο όχθες του Σηκουάνα γεμίζουν κόσμο, ένα αδιάκοπο βούισμα το μουρμουρητό του πλήθους. Ξαφνικά απλώνεται σιωπή, μια συνοδεία από καβαλλάρηδες, και από πίσω ο φρούραρχος του Παρισιού με μια δύναμη από πεζούς οπλοφόρους. Ανάμεσά τους, ένα καρότσι που το σέρνει ένα άλογο και πάνω του, μόλις που διακρίνονται δυο αδύναμες και γερασμένες σιλουέτες, αλυσοδεμένες. Κατεβάζουν τους κατάδικους, τους βάζουν σε μια βάρκα που τους μεταφέρει απέναντι στο νησάκι των Εβραίων, όπου τους υποδέχεται ο δήμιος με τους βοηθούς του. Οι τελευταίοι δένουν γερά με αλυσίδες τον Μολαί και τον Σαρναί, όρθιους πάνω στους στύλους και στιβάζουν ξύλα μέχρι τα γόνατά τους. Σε λίγο η φωτιά φουντώνει, από αυτή τη φωτιά μια διαπεραστική μυρωδιά απλώνετε, και όως πέφτει το σούρουπο, ακούγεται μια κραυγή.
-Στην αρχή όλοι νομίζουν πως είναι η κραυγή αγωνίας των καταδίκων που τα ρούχα τους άρπαξαν φωτιά. Αλλά όχι, δεν είναι μια κραυγή πόνου αυτή! Είναι η βροντερή φωνή του Ζάκ Ντέ Μολαί, του ήρωα του αγίου Ιωάννη της Ακκρας που πριν από είκοσι τρία χρόνια πολεμώντας με τους τριακόσιους του ενάντια σε δέκα χιλιάδες, είχε σώσει τα εμβλήματα και την τιμή των Ιπποτών του Τάγματος του Ναού. Η φωνή του δεν προδίδει τον πόνο που νοιώθει αυτός ο άτρομος άνθρωπος που είχε αντικρύσει τόσες φορές το θάνατο στα μάτια. Η κραυγή του, προκαλώντας τη σιγή του πλήθους, ατάραχη και τρομερή κάνει ν’ αντηχήσει στους τοίχους, η φοβερή επίκληση στη Θεία Δικαιοσύνη. Τα λόγια του μαστιγώνουν τον αγέρα και πάνε και καρφώνονται ίσια στο παραπέτο του παραθύρου του παλατιού, απ’ όπου παρακολουθεί κρυμμένο το βασιλικό μάτι., και λένε:
-«Εσύ Κλήμη, κι εσύ Φίλιππε…Καταπατήσατε τον όρκο σας. Είστε προδότες. Σας κατηγορώ και τους δυό στη Δικαιοσύνη του Θεού!…Και σας καλώ να παρουσιαστείτε μπρός Του!… Εσένα Κλήμη, μέσα σε σαράντα μέρες!…Κι εσένα Φίλιππε μέσα στο χρόνο!…
-Μια στιγμή θανάτου απλώνεται, κι ακούγεται μονάχα το τρίξιμο από τα ξύλα που καίγονται. Και πράγματι έτσι έγινε. Ο Πάπας Κλήμης πέθανε από δυσεντερία μες την κοιλάδα του Ρήνου στις 9 Απριλίου του 1314, εικοσιοκτώ μέρες αργότερα. Κι ο Φίλιππος ο Ωραίος, πέθανε στις 29 Νοεμβρίου του 1314, κοντά στο Παρίσι, στο FONTAINEBLEAU. Επεσε από το άλογό του και καταπατήθηκε απ’ τους άλλους καβαλάρηδες, οκτώ μήνες αργότερα. Ο λόγος κι φωτιά, απόδειξαν κατά που έγερνε η πλάστιγα της Δικαιοσύνης.

Ο ερωτευμένος Ζακυνθινός

Κάποιος Ζακυνθινός αγαπούσε μια Βασίλω!
Κάθε μέρα πήγαινε στην εκκλησιά του Αγιαννιού, στεκόταν μπροστά στην εικόνα και έλεγε.
-Αγιε μου Γιάννη πες τση Βασίλως να μ’ αγαπάει!
Ο παπάς που τον άκουγε πήγε μια μέρα και κρύφτηκε πίσω από την εικόνα.
-Αιγιάννη Πρόδρομε πες τση Βασίλως να μ’ αγαπάει.
Ακούει ξαφνικά μια φωνή να λέει: – Για τα μούτρα σου είναι βρε η Βασίλω!
Του έφυγε η ψυχή του έρμου, με το που ήλθε η καρδιά του στην θέση της, αγριοκοίταξε τον Πρόδρομο και του λέει.
-Με τη γλώσσα που έχει η Αγιοσύνη σου, καλά σου έκαναν που σου πήραν το κεφάλι!

Ενοχή και εξιλέωση

Τη ιστορία αυτή η οποία είναι πολύ διδακτική, και αφορά την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα, την αντιγράφω από τον εξαίρετο δημοσιογράφο και συγγραφέα τον μακαρίτη το Βασίλη το Ραφαηλίδη. «Μιας και υπέπεσα στο αμάρτημα του εγωισμού (δεν είναι η πρώτη φορά) και μιλώ για τον εαυτό μου θα σας πω μια ιστορία που μου συνέβη στις Κάννες, το 1978, και έχει σχέση με την ενοχή και την εξιλέωση. Που λέτε, όπως βάδιζα τη νύχτα για να πάω στο ξενοδοχείο ύστερα από την προβολή μιας θαυμάσιας ταινίας και ήμουν πανευτυχής όπως κάθε φορά που βλέπω μια καλή ταινία, μου κόβει το δρόμο ένας Αφρικανός και μου λέει σοβαρότατα εις άπταιστον γαλλοσενεγαλέζικη διάλεκτο: Δώσ’ μου αυτά που μου χρωστάς!!! Τον κοιτάω σαστισμένος και του λέω βλακωδώς: Δηλαδή, πως σου χρωστώ; Μου λέει: Οχι ακριβώς εσύ, οι αποικιοκράτες πρόγονοί σου, που ρήμαξαν τους φτωχούς προγόνους μου!
-Εκτιμώ βαθύτατα το χιούμορ του, που θα μπορούσε θαυμάσια να το υπογραμμίσει και με κανένα μαχαίρι, και του λέω, φίλε, πόσα σου χρωστάω; Μου λέει: είκοσι φράγκα. Του λέω, μόνο; Πάρε είκοσι πέντε, τα πέντε για τον τόκο, παρόλο που η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αποικιακή δύναμη, αντίθετα είναι ακόμα αποικιοκρατούμενη κατά κάποιο τρόπο, αν και έχω κάποιες υποψίες για κάποιον Κωνσταντινουπολίτη πρόγονό μου, που πριν από καμιά χιλιάδα χρόνια περίπου ενδέχεται να βρέθηκε στην Αφρική και να ρήμαξε όντως κάποιον πρόγονό σου. Βέβαια θα μπορούσα να μην του επιστρέψω ένα τόσο παλιό χρέος, αλλά που ήξερα εγώ ότι δεν κρατάει μαχαίρι; Κι έτσι το επεισόδιο έληξε αισίως, κι εγώ μόλις εκείνο το βράδυ αναλογίστηκα πως όλοι εμείς οι «πολιτισμένοι» Λευκοί κουβαλάμε μέσα μας βαθιά συλλογική ενοχή για τα λευκά μας κρίματα, που κανένας χριστιανισμός δεν στάθηκε ικανός να τα ξεπλύνει.