Το παζάρι..

Ο δάσκαλος στον Εβραίο μαθητή..
-Αβραάμ πόσο κάνουν δυο και δυο;
-Τρία κύριε!
-Τι λες βρε αστοιχείωτε!
-Τρία και μισό κύριε.
-Πάλι βλακείες μου λες.
-Τέσσερα κύριε.
-Κι γιατί δεν μου το λες από την αρχή;
-Μα χωρίς παζάρια κύριε!

Τυρί Αλτσχάιμερ

Πάει ένα γεροντάκι στο SuperMarket, πλησιάζει στον πάγκο με τα αλλαντικά και λέει στον νεαρό υπάλληλο.
-«Βάλε μου παιδί μου μισό κιλό τυρί Αλτσχάιμερ.
Ο νεαρός κοιτάζει απορημένος την λίστα με τα τυριά, δεν βλέπει τον συγκεκριμένο τύπο τυριού και του απαντά.
-«Κύριε δεν υπάρχει στο κατάστημα το τυρί που ζητάτε.
Ο κύριος επιμένει, νομίζει ότι τον κοροιδεύει, οι φωνές παίρνουν δυνατή ένταση, μέχρι που επεμβαίνει ο προιστάμενος και ρωτάει τι συμβαίνει. Ο παππούς του λέει ότι ο υπάλληλος τον δουλεύει, και ο προιστάμενος τον ρωτάει τι θέλει να τον εξυπηρετήσει ο ίδιος, ο γέρος του ζητάει το ίδιο τυρί, και ο προιστάμενος τον ρωτάει μήπως δεν θυμάται καλά, γιατί τέτοιο τυρί δεν υπάρχει, ο παππούς σκέπτεται λίγο και απαντά.
-«Μπορεί να μην θυμάμαι καλά, έχω κι’ αυτό το Έμενταλ!

Κυνήγι λιονταριών

Ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας αποφασίζουν να πάνε να κυνηγήσουν λιοντάρια. Πηγαίνουν στην ζούγκλα, βρίσκουν μια καλύβα και αποφασίζουν να την χρησιμοποιήσουν σαν βάση για τις εξορμήσεις τους. Το πρωί που σηκώνονται του λέει ο Κωστίκας, «λοιπόν φιλαράκι εσύ θα μείνεις εδώ, εγώ θα πηγαίνω να σκοτώνω τα λιοντάρια και θα σου τα φέρνω να τα γδέρνεις». Άλλο που δεν ήθελε ο Γιωρίκας να μην κινδυνεύει με το κυνήγι.
-Βγαίνει ο Κωστίκας έξω και αρχίζει να ψάχνει για λιοντάρια, ξαφνικά βλέπει ένα τεράστιο λιοντάρι, από τον φόβο του, πετάει το όπλο και αρχίζει να τρέχει προς την καλύβα. Το λιοντάρι τον πλησιάζει επικίνδυνα και ο Κωστίκας φωνάζει στον Γιωρίκα να ανοίξει την πόρτα. Ο Γιωρίκας ανοίγει την πόρτα, το λιοντάρι κοντεύει να φτάσει το φίλο του, ο Κωστίκας κάνει ένα ψαράκι, το λιοντάρι περνάει από πάνω του και πλησιάζει τον Γωρίκα, ενώ ο Κωστίκας του φωνάζει.
-«Πάρε το να το γδάρεις, εγώ πάω να σου φέρω άλλο!!»

Ο ποιητής Μπαβαμπούτι

Είναι σχεδόν παντελώς άγνωστος στην Δύση, αυτός ο τεράστιος Άραβας ποιητής και δραματουργός. «Η τελευταία περιπέτεια του Ράμα» είναι το πιο επιτυχημένο θεατρικό του: η προσωπικότητα του Ράμα, διχασμένη ανάμεσα στον έρωτα και το καθήκον, το καθήκον του προς την Σίτα, που είναι πιο άτονο, όχι όμως και λιγότερο συγκινητικό, εγγίζει τα όρια ενός αυθεντικού μεγαλείου. Να ένα απόσπασμα σκηνής: Ο Ράμα, ο οποίος για κρατικούς λόγους, έχει αποπέμψει την αγαπημένη σύζυγό του Σίτα, πλανιέται μέσα στο δάσος, βασανιζόμενος από τον πόνο, που τον κάνουν ακόμα μεγαλύτερο οι αναμνήσεις του παρελθόντος, όπως τις ζωντανεύει όλο το περιβάλλον. Η απελπισία κάνει τον ήρωα να πέσει λιπόθυμος, εκείνη τη στιγμή φθάνει αόρατη η Σίτα, η οποία, βλέποντας τον σύζυγό της, τον αγγίζει με το χέρι της:

ΡΑΜΑ
-Αχ, αχ, τι είν’ αυτό; Είναι μήπως ο χυμός που κυλά από τις παραφυάδες του
χρυσαφένιου σάνταλου,
ή το ρευστό που αναβρύζει όταν πιέσει κάποιος τους βλαστούς των ακτίνων της
σελήνης;
ή το άρωμα των ζωογόνων φυτών που δροσίζει το πυρπολημένο δέντρο της ζωής
μου, καθώς χύνεται μέσα στην καρδιά μου;
Κι όμως…
Μου ήταν κάποτε γνώριμη αυτή η επαφή!
Χωρίς αμφιβολία, αυτή είναι!
κάνει το πνεύμα μου να ξαναζωντανέψει και συνάμα το ταράζει.
Διαλύει ξαφνικά τη νάρκη-αποτέλεσμα του καυτερού μου πόνου,
και με τη χαρά μου παρατείνει το σάστισμα.

ΣΙΤΑ
(Ενώ αποσύρεται βιαστικά τρέμοντας ολόκληρη)
Να κάτι που είναι πάρα πολύ για μένα!…

ΡΑΜΑ
Ω!αγαπημένη Σίτα…

ΣΙΤΑ
(με παραφορά και φωνή διακοπτόμενη)
Σύζυγέ μου, να ένας λόγος που δεν συμφωνεί στ’ αλήθεια με ό,τι συνέβη!
(κλαίγοντας)
Αλλά γιατί σκληρή σαν το διαμάντι κι αν ήμουν, να δείχνομαι άσπλαχνη προς
τον σύζυγό μου, αυτόν που ακόμη και στις άλλες μου ζωές θα μου ήταν αφάνταστα
δύσκολο να ξαναιδώ, αυτόν που, γεμάτος στοργή, μιλά για μένα έτσι, ο κακότυχος;
…Γνωρίζω την καρδιά του κι εκείνος τη δική μου…

ΡΑΜΑ
(Κοιτάζοντας προς όλες τις μεριές μ’ απελπισία)
Ω,τίποτα απ’ εδώ…

ΣΙΤΑ
Βλέποντάς τον έτσι, αυτόν που ωστόσο μ’ έδιωξε δίχως λόγο, δεν ξέρω τι ποθεί η
καρδιά μου!…

ΡΑΜΑ
Βασίλισσα,
σαν την ενσαρκωμένη Εύνοια η επαφή σου, ολόδροση από τα ηδονικά ρευστά,
και τώρα ακόμη με γεμίζει ευτυχία…Όμως εσύ, που είσαι, ω πηγή της χαράς;

ΣΙΤΑ
Αχ, ναι βαριοί από τρυφερότητα και δείχνοντας το αμέτρητο βάθος της, ξεχείλι-
σμα ευτυχίας, θείο πιοτό,
τέτοιοι είναι οι θρήνοι του ευγενικού μου συζύγου!
Δεν έχω πιο βέβαιη απόδειξη πως είναι για μένα κάτι πολύτιμο που έλαβα τη ζωή,
κι ας μου τη διαπέρασε το δόρυ της αδικαιολόγητης εγκατάλειψης…

Το αεροδρόμιο

Μια ξανθιά πηγαίνει με τον αρραβωνιαστικό της να δουν ένα σπίτι. «Ωραίο το σπίτι και σε καλή τιμή, μόνο που είναι κοντά στο αεροδρόμιο, δεν νομίζετε ότι θα έχει πολύ θόρυβο;» λέει ο αρραβωνιαστικός στο μεσίτη. «Μην σας απασχολεί ο θόρυβος, σε μια βδομάδα θα τον έχετε συνηθίσει», απαντά ο μεσίτης. Και η αρραβωνιαστικιά ανταποκρινόμενη και στους δυο. «Να το πάρουμε αγάπη μου και για μια βδομάδα, ας μείνουμε σε ξενοδοχείο!»

Δεν υπάρχει σωτηρία!

Στις 7 Ιουλίου εκδηλώθηκαν 62 πυρκαγιές σε μια μέρα και την 1η Αυγούστου, μέσα σε 20 ώρες άλλες 36. Και αυτές είναι μόνο μερικές από τις φετινές καταστροφές. Μιλάμε για παγκόσμιο αρνητικό ρεκόρ στη λεηλασία του φυσικού πλούτου της χώρας που συνεχίζεται κάθε καλοκαίρι με όλο αυξανόμενους ρυθμούς. Προφανώς φταίει και η αλλαγή στις κλιματικές συνθήκες, προφανώς φταίνε οι άνεμοι καθώς ο «στρατηγός άνεμος» είναι αήττητος, όταν η φωτιά φουντώσει. Προφανώς φταίει η ελλιπής οχύρωση της χώρας στην αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών παντός είδους. Και φυσικά σταθερά φταίνε οι οικοπεδοφάγοι, οι οποίοι επιχειρούν με τις πυρκαγιές να αλλάξουν χρήση γης. Περισσότερο από όλα όμως, φταίει το ξερό μας το κεφάλι, γιατί μόνοι μας καίμε τον τόπο μας. Οι βασικοί υπεύθυνοι της καταστροφής του μοναδικού πλούτου που μας απέμεινε και της μοναδικής πηγής εσόδων για την επιβίωσή μας είμαστε εμείς οι ίδιοι.
-Δεν έχει ακόμη αποφανθεί η Πυροσβεστική εάν τα Κύθηρα έγιναν στάχτη από ένα τσιγάρο. Οι περισσότερες πυρκαγιές στη χώρα μας δεν μπαίνουν από ξένους πράκτορες ούτε από συνωμότες που θέλουν να ρίξουν την εκάστοτε κυβέρνηση, ίσως υπάρχουν και αυτοί, αλλά την βασική βρόμικη δουλειά την κάνουμε μόνοι μας από τον ελληναράδικο ωχαδερφισμό. Πετάμε αναμμένα τσιγάρα όπου βρούμε, ανάβουμε φωτιές όπου να είναι, όποτε γουστάρουμε για να κάψουμε τα σκουπίδια και να καθαρίσουμε το χωράφι μας από ξηρά χόρτα μέσα στον Αύγουστο με μελτέμια γιατί έτσι μας βολεύει. Και επειδή είμαστε και γλεντζέδες, στήνουμε πάρτι με μπάρμπεκιου στα εξοχικά μας, χωρίς να έχουμε ιδέα πως θα ελέγχουμε τη φωτιά αν μας ξεφύγει.
-Είμαστε ανόητοι και αδιόρθωτοι άνθρωποι, γιατί κάθε χρόνο τέτοιες μέρες κάνουμε τα ίδια εγκλήματα. Μετά από εννιά χρόνια χρεοκοπίας, στερήσεων και ακραίας φτώχειας για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, δεν έχουμε κατανοήσει το προφανές: αν αυτός ο τόπος επιβιώσει, η μόνη πηγή εσόδων θα είναι ο τουρισμός. Αυτή την χώρα την έχει ο Θεός -και με το παραπάνω- με μοναδικές ομορφιές, που μαγνητίζουν τους επισκέπτες από όλο τον πλανήτη. Και εμείς με πλήρη αδιαφορία και ασέβεια στα δώρα της ζωής, επιβεβαιώνουμε εκείνο το ξενέρωτο ανέκδοτο που λένε οι γιάπηδες στις Βρυξέλλες κάθε φορά που μιλούν απαξιωτικά για τους Έλληνες. Λένε λοιπόν, ότι η Ελλάδα έχει το καλύτερο οικόπεδο, αλλά για να την τιμωρήσει ο Θεός έβαλε να την κατοικήσουν Έλληνες.

Τώρα θα πάθεις την πλάκα σου!

Ένας νεκροθάφτης ενώ επιθεωρεί τα πτώματα που προορίζονται για αποτέφρωση, ξαφνικά δοκιμάζει μια μεγάλη έκπληξη. Το βλέμμα του σταματά ανάμεσα στα σκέλια του κυρίου Αλεξόπουλου, και τα μάτια του ανοίγουν διάπλατα από δέος με αυτό που αντικρίζει. Το πέος που βλέπει είναι τεράστιο, σκέπτεται λίγο, μετά ζητάει συγνώμη από το νεκρό, του κόβει το πέος και το βάζει σ’ ένα χαρτοφύλακα.
-Μετά το πέρας της δουλειάς γυρίζει στο σπίτι του και λέει στη γυναίκα του, «έλα εδώ να δεις κάτι και θα πάθεις την πλάκα της ζωή σου». Αυτή πλησιάζει, ανοίγει αυτός το χαρτοφύλακα και η γυναίκα αναφωνεί. «Θεέ μου πέθανε ο Αλεξόπουλος!!!»