Χάλι ανελέητο

Η αυτού μεγαλειότητα, ο κυρίαρχος λαός, καταφέραμε να ισοπεδώσουμε τα πάντα στο διάβα μας, με τις παράλογες ορέξεις μας. Ο νεοελληνικός μηδενισμός εγκαθιδρύθηκε με τη φενάκη του εύκολου χρήματος, τη θεοποίηση των υλικών αξιών, την απαξίωση των αξιών και την κυριαρχία των μέτριων. «Στην Ελλάδα, όλα γίνονται, όπως θέλουν οι μέτριοι», έλεγε ο Γιάννης Τσαρούχης. Ο νεοελληνικός μηδενισμός και η συνέπειά του, η διαφθορά, έγιναν στάση ζωής και κάλυψαν ολοκληρωτικά τη νεοελληνική κοινωνία, καθώς στη λαίλαπα δεν υπήρξε καμία σοβαρή αντίσταση.
-Το πολιτικό σύστημα διεφθαρμένο και κουρασμένο. Οι κυβερνήσεις και τα κόμματα, οι τοπικές αρχές και, γενικότερα, οι θεσμικοί φορείς επιτάχυναν την εγκαθίδρυση του νεοελληνικού μηδενισμού με τη δημαγωγία, τη χαλαρότητα και την ατιμωρησία. Ποιος θα σεβαστεί τους κανόνες, όταν ψηφίζεται νόμος που απαγορεύει το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους και δεν εφαρμόζεται; Ποιος δεν θα αποκρύψει τα εισοδήματά του, όταν κυριαρχεί παντού η εντύπωση ότι οι ξύπνιοι κλέβουν και όταν η φοροδιαφυγή δεν αντιμετωπίζεται ως σοβαρότατο αδίκημα; Τουναντίον, καλύπτεται κοινωνικά. Αυτήν την πολιτεία φτιάξαμε, αυτήν έχουμε.
-Οι ιεράρχες, βουτηγμένοι στα σκάνδαλα και με γεμάτους τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, ξεπλένουν τις αμαρτίες τους με συλαλλητήρια που οργανώνονται κατά της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, κατά της φορολόγησης της τεράστιας ακίνητης περιουσίας της εκκλησίας και εναντίον καλλιτεχνών που νομίζουν ότι προκαλώντας θα κόψουν περισσότερα εισιτήρια.

Απόσπασμα από το βιβλίο, του Αβέρκιου Λουδάρου
άκου νεοέλληνα

Δύσκολη παραγγελία…

Πάει ένας τύπος στον σουβλατζή.
-Θέλω να μου κάνεις 4 πίτες, αλλά τις θέλω ειδική παραγγελία. Θέλω δυο πίτες σουβλάκια και δυο σεφταλιές. Στο πρώτο σουβλάκι θέλω το κρέας να είναι καμένο από τη μία, ωμό από την άλλη, και την πίτα ωμή. Στο δεύτερο σουβλάκι θέλω να είναι πολύ ξερό το κρέας και η πίτα μαύρη. Στη μία σεφταλιά τα θέλω όλα ωμά, με το αίμα τους, και μόνο με αγγούρι. Στην άλλη θέλω το κρέας κάρβουνο, την πίτα μαυρισμένη από τη μία, ωμή από την άλλη, μόνο με κρεμμύδι.
-Μα είναι πολύ δύσκολη η παραγγελία σου, του λέει ο σουβλατζής.
Και ο τύπος απαντάει.
-Προχθές, ρε καραγκιόζη που μου τα έφτιαξες έτσι χωρίς να στο ζητήσω, δεν ήταν δύσκολα;;;

Το φόρεμα του έρωτα

Έρχεται μια βλάχα στην Αθήνα, με σκοπό να χαρεί τα παιχνίδια με το εγγονάκι της. Το βράδυ ενώ έχει ξαπλώσει να κοιμηθεί, βλέπει την νύφη της να βγαίνει από το μπάνιο ολόγυμνη, όπως περνά από δίπλα της, λέει η πεθερά.
-Τι χάλια είν’ αυτά ζόρκα μπιτ γυρίζεις;
-Αυτό είναι το φόρεμα του έρωτα, της απαντάει αυτή, τώρα θα κάνουμε τρελό έρωτα με το γιο σου!
-Η βλάχα εντυπωσιάζετε από το γεγονός, πηγαίνει στο χωριό της και το βράδυ, αφού βγαίνει από το μπάνιο τσίτσιδη, μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα, με το που την βλέπει ο άντρας της αναφωνεί.
-Μα τι χάλια είναι αυτά;
-Αυτό είναι το φόρεμα του έρωτα, του λέει αυτή ναζιάρικα.
Και ο άντρας της.
-Δεν το σιδέρωνες τουλάχιστον…!

Ο Γιωρίκας, ο Κωστίκας και η αρκούδα

Πάνε οι δυο κολλητοί Πόντιοι για κυνήγι, ξαφνικά ο Κωστίκας βλέπει μπροστά του μια αρκούδα. Τη πυροβολεί, αλλά αστοχεί, τρέχει και ανεβαίνει σε ένα δέντρο, ενώ φωνάζει στον Γιωρίκα.
-Γιωρίκα βοήθεια, ρίξε της στο κεφάλι πριν με φάει.
Ο Γιωρίκας την πυροβολεί, αλλά την βρίσκει στο δεξί αρ..δι.
-Στο κεφάλι Γιωρίκα στο κεφάλι, φωνάζει τρέμοντας.
Την πυροβολεί ξανά ο Γιωρίκας, αλλά την βρίσκει στο αριστερό αρ..δι.
-Στο κεφάλι ρε μαλάκα σου είπα, να με φάει θέλει, όχι να με γ..σι..!

Τον πατέρα τι τον θέλουμε;

Ένα παιδάκι ρωτάει τη μαμά του.

-Μαμά είναι αλήθεια, πως τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός.

-Αλήθεια είναι χρυσό μου!

-Μαμά, είναι αλήθεια ότι τα δώρα τα φέρνει ο άγιος Βασίλης.

-Φυσικά και είναι αλήθεια μωρό μου!

-Μαμά είναι αλήθεια ότι το ψωμί μας το φέρνει ο Θεούλης;

-Μα και βέβαια ψυχή μου!

-Καλά ρε μαμά, τότε τον μπαμπά τι τον θέλουμε;

Η γκαντεμιά!

Είναι ένας τύπος στο μπαρ και κοιτάζει συλλογισμένος το ποτό του. Πηγαίνει ένας θηριώδης άντρας, αρπάζει το ποτήρι του και το αδειάζει, ο άλλος βάζει τα κλάματα, ο γίγαντας τον παρηγορεί.
-Μην κάνεις έτσι, θα σου πάρω άλλο.
-Δεν είναι αυτό ρε φίλε, σήμερα άργησα να πάω στην δουλειά, έχασα ένα σημαντικό ραντεβού και ο διευθυντής με απέλυσε. Βγαίνω έξω, μου είχαν κλέψει το αυτοκίνητο, παίρνω ταξί ξεχνάω μέσα το πορτοφόλι μου, πηγαίνω σπίτι μου και βρίσκω την γυναίκα μου με τον υδραυλικό. Ήλθα εδώ και ενώ ετοιμαζόμουν να κατεβάσω το ποτό με το δηλητήριο, έρχεσαι εσύ και μου το πίνεις..!

Πόσο νερό ήπιες μωρή;

Μια σαύρα πηγαίνει περίπατο μέσα στο δάσος, βλέπει ξαφνικά ένα κοάλα να καπνίζει μπάφους σ’ ένα δέντρο.
-Τι κάνεις εκεί, το ρωτάει.
-Στρίβω και καπνίζω μπάφους, λέει αυτό, μήπως θέλεις και συ;
Χωρίς να το σκεφτεί πολύ η σαύρα, ανεβαίνει στο δέντρο, αρχίζουν να στρίβουν και να καπνίζουν, μέχρι που γλαρώνει τα μάτια της η σαύρα και λέει.
-Διψώ πολύ, καίγεται η γλώσσα μου.
-Πήγαινε και κείνη τη λιμνούλα να ξεδιψάσεις, της λέει αυτό.
Πηγαίνει η σαύρα να ξεδιψάσει, αλλά όπως ήταν μαστουρωμένη ζαλίστηκε και πέφτει στο νερό, άρχισε να φωνάζει βοήθεια, την ακούει ένας κροκόδειλος, μακρινά ξαδέλφια είμαστε σκέφτεται. Πηγαίνει την αρπάζει και την βγάζει έξω από το νερό.
-Καλά, πως έπεσες μέσα τη ρωτάει, αυτή του εξηγεί και λέει ο κροκόδειλος.
-Κοάλα τι νόστιμος μεζές! Που είναι το δέντρο;
Του δείχνει και ο κροκόδειλος τρέχει στο δέντρο, μόλις τον βλέπει το κοάλα λέει.
-Καλά μωρή μουρλή, πόσο νερό ήπιες…!