Τα βραχιόλια σας και μπρος-στο κελί ολοταχώς

Τετρακόσιες χιλιάδες
ψήφοι στη χρυσή αυγή,
άντε απ’ τις συμπληγάδες
τούτο σκάφος για να βγει.

Η πλειοψηφία τούτων
νοημοσύνη αχιβάδας
και το σκάφος των τραμπούκων
το ρεζίλι της Ελλάδας.

Χθες είχα κάνει πρόβλεψη
θα ‘ρθουν τα πάνω-κάτω,
μα ευτυχώς δε βρίσκομαι
ακόμα εκεί κάτω.

Βουλευτές εν ενεργεία
και μαζί κι ο αρχηγός,
φόρεσαν τα βραχιολάκια
δόξα να’ χει ο Θεός.

Νά ‘τοι εις την Ευελπίδων
πως τους πάνε τα βραχιόλια
διαψεύσεις των ελπίδων
για σιχαμερά καριόλια.

Είχαν βγάλει το κεφάλι
έξω αυτοί δειλά-δειλά
κι απ’τις ψήφους παραζάλη
πάθανε τα ερπετά.

Οργισμένα πα στο φίδι
πέφτουν τώρα τα μπαστούνια,
δε μπορεί πια να ξεφύγει
θα το φάνε τα μαμούνια.

Χορός του Ζαλόγγου-μέρος Β’

Μέσ’ τ’ άγρια ξημερώματα
η μούσα με γυρεύει,
μου θέλει ξεφαντώματα
στου Άδη τα ερέβη

Ας συνεχίσουμε λοιπόν
φίλοι μου το ταξίδι,
όμως με το ΠΑΜΕ απών
μήπως μα έβγει ξίδι

ΓΑΠ

Μπορώ καλέ μου γέροντα
κάτι να σε ρωτήσω;
Τρομάζ’ απ’ τον Αχέροντα
κοντεύω να τα φτύσω

ΧΑΡΟΣ

Ρώτα ότι θες καλόπαιδο
μην έχεις έγνοια διόλου,
σε βλέπω με οικόπεδο
στη μάντρα του διαβόλου

ΓΑΠ

Γιατί σεβάσμιε γέροντα
οικόπεδο θα πάρω;
Με τα νερά τ’ Αχέροντα
δεν σου’δωσα καπάρο.

ΧΑΡΟΣ

Τι σκέφτομαι για σένανε
θα σου το πω με θάρρος,
δε φοβάμαι κανένανε,
αφού εγώ είμ’ο χάρος.

Καθόλου γω δεν αγαπώ
τα μαύρα σου τα μάτια,
μα τέτοιο ναύλο που να βρω
ας πάει στα κομμάτια.

Έναν ολόκληρο λαό
έχω στο πλοίο μέσα,
έχεις μερίδιο σ’αυτό
ο Χάρος έχει μπέσα.

Όταν ανέλαβες εσύ
στο πλοίο το πηδάλιο,
νεκροφόρα ήτο πλωτή
λίγο πριν το ναυάγιο.

Άδειασε τότ’ η κόλαση
μωρέ από διαβόλους,
ο Zερζεβούλης τ’ έστειλε
πάνω στο πλοίο όλους.

Πολλοί τη θρέψαν τη φωτιά
κακός συ πυροσβέστης,
κι αυτός π’ αντικατέστησες
ήταν σουπιά και χέστης

ΓΑΠ

Λένε καμπόσοι πως εγώ
ενήργησα με δόλο,
αυτό’ ναι ψέμα φοβερό
μα τον ουράνιο θόλο.

Εάν σου λέω ψέματα
μην ξαναδώ τον ήλιο,
και να μ’ ο δυστυχέστερος
στου Άδη το βασίλειο.

Του τρομερού του Κέρβερου
τα δυο φρικτά κεφάλια,
εάν σου λέγω ψέματα
να’ χω στερνά λιμάνια

ΧΑΡΟΣ

Θεός σχωρέστονε αυτόν
πρόσφατα αποδήμησε,
μα δε νομίζ’ ο κερατάς
ότι μας αποθύμησε.

Φιλιπινέζικος μεζές
έγιν’ ο κακομοίρης,
μα με τη μετεμψύχωση
κάπ’ έγινε βεζύρης.

ΓΑΠ

Μα πως το καταφέρανε
ένα τέτοιο θηρίο,
το εκτόπισμα του γέμιζε
ένα θηριοτροφείο.

ΧΑΡΟΣ

Τους είχε στις οικοδομές
του Τσίπρα ο πατέρας,
τους χρώσταγε απολαβές
τους πρόσφερε το τέρας.

Το παραμύθιασε αυτός
για πλαστική στη μύτη,
κούκλος θα γίνεις ρε σωστός
του’ σκασε παραμύθι.

Γέμισε τσίκνα ο Άδης
γλέντι για Φιλιπίνια,
ψήναν και κάτι Έλληνες
μια κλεμμένη χήνα.

ΓΑΠ

Κι εδώ τα ίδια δηλαδή
σάπιος κι ο κάτω κόσμος

ΧΑΡΟΣ

Και τί περίμενες μωρέ
πως θα μυρίζει δυόσμος;

ΓΑΠ

Κύριε μαύρε χάροντα
για να’ χεις άσπρη μέρα,
βοήθησε με άρχοντα
για να βρω τον πατέρα.

ΧΑΡΩΝ

Συνοικία παπατζήδων
οδός αερογάμιας,
εκεί όπου η απάτη
έχει βουλιμία λάμιας.

ΓΑΠ

O πατέρας μου εμένα
σε μια τέτοια συνοικία,
αλί μου και οϊμένα
μια τέτοια αδικία

ΧΑΡΩΝ

Και που ήθελες να πάει
ένας τέτοιος παπατζής,
το μυαλό μου δε χωράει
το τί θέλει να μου πεις

ΓΑΠ

Πές μου τι γραφ’ η θύρα του
παρακαλώ απέξω,
ελπίζω όχι άσχημο
γιατί πως θα ‘τ αντέξω.

ΧΑΡΩΝ

Δικαιοκρίτης Αιακός
έγραψε ολογράφως
γράμματα καλλιτεχνικά
σαν τέλειος ζωγράφος.

ΓΑΠ

Τί γράφει στον πατέρα μου

τη θύρα μου το λες;

ΧΑΡΩΝ

Άπιαστος για πουστιές.

Τέρμα ο Άδης μέχρι εδώ
το άλλο το Σαββάτο,
κρέας καλό πολιτικό,
θα έχουμε στο πιάτο

Υ.Γ

Όταν πεθάνω βάλ’ τε με
μπρούμητα εκεί κάτω,
γιατί σε λίγο θα’ ρθουνε
ορέ τα πάνω-κάτω.

Η αυλαία του τρόμου

Το μαύρο φίδι του φασισμού
βγήκ’απ’το τσόφλι ωραία,
θέατρο φόβου και οδυρμού
άνοιξε τώρα την αυλαία

Χτυπούσανε τους Αιγυπτίους
μα ήταν αλλόγλωσσοι αυτοί
πιστεύανε σ’άλλους αγίους
μας πέρνανε δε και το ψωμί

Καμιά σαρανταριά απ’αυτούς
με λοστούς και με σουγιάδες
ορμούσαν σε δυο Πακιστανούς
να κάνουν τους παλικαράδες

Μα εμείς αλλάζαμε πλευρό
μιας κι αυτό δε μας αφορούσε,
αφού πιστεύαμε άλλονε Θεό
εκείνος ας τους βοηθούσε

Βοηθούσανε τις γριούλες
τα ψώνια τους τα κουβαλούσαν
κι αυτές εδώ οι καημενούλες
με ψήφο τους ευχαριστούσαν

Ας συμφωνήσουμε σε κάτι
πολιτικοί μα και πολίτες
να κόψουμε αυτό τ’αγκάθι
προτού μας φάνε οι αλήτες

Στο θλιβερό Μιχαλολιάκο
θέλω να εφιστήσω ακόμα
μες του παλικαριού τον τάφο
έστειλε το δικό του κόμμα

Μα μάθετε φασισταριά
πως τ’άθλιο σας κόμμα,
το στείλατε οριστικά
μέσα στο μαύρο χώμα.

Ο χορός του Ζαλόγγου-μέρος α’

Ψηφίζουνε οι Γερμανοί
κι έχουμε αγωνία
γιατί με λύσσα περισσή
προσμένουν στη γωνία

Διαδίδουνε μερικοί
και κάποιοι το πιστεύουν
πως με τη Μέρκελ τη σκληρή
πρέπει να ξεμπερδεύουν

Κάτσε παιδάκι μου εδώ
που είσαι Ευρωπαίος,
γιατ’ αν σου φύγει το ευρώ
κάθισες πα στο πέος

Αν φύγουμ’ από το ευρώ
και πάμε στη δραχμούλα,
νέου Ζαλόγγου το χορό
θα’χουμε στη ραχούλα

Μ’αν τελικά θελήσουμε
να γίνουμε Σουλιώτες,
τα σπίτια μας ας κλείσουμε
και πάνω πατριώτες

Όλοι να τραγουδήσουμε
έχετε γεια βρυσούλες,
και όλες να πηδήσουμε
νέες μα και γριούλες

Χτυπάμε πόδια δυνατά,
μπρος της Ελλάδος τέκνα,
ας κάνουμε το Ζάλογγο
να τρέμει σαν την Αίτνα

Πρέπει να επιλέξουμε
με τι χορό θα πάμε,
τα μπούτια μας μη μπλέξουμε
θα’χουμε και το ΠΑΜΕ

Μ’αν φύγουμ’ απ’ το κόσμο αυτό
με ζεμπεκιές ας πάμε,
κι ας σέρνει πρώτος το χορό
ο Άκης π’αγαπάμε

Την πολεμίστρια του φωτός
αυτή να τον στηρίζει,
μιας κι είν’ ο Άδης σκοτεινός
αυτή θα τον φωτίζει

Κι αν γέρνει λίγ’ο Ζάλογγος
σε κάθε πάτημα του,
γερμένο υποβρύχιο
θα σέρνει τ’ αχαμνά του

Στις όχθες του Αχέροντα
με το καλό σαν πάμε,
το ΠΑΜΕ με το γέροντα
καλά δεν θα τα πάνε

Ο χάρος θα ωρύεται
ρίχνοντας μέγα ψόγο,
κι αυτοί θα κατουριόνται
ορέ από το φόβο

Δεν θ’αντικρίσετε θαρρώ
θρόν’ απ’ την Περσεφόνη,
θα μείνετε μα το Χριστό
εσείς δω πέρα μόνοι

Ή τα πάνω μαζεύετε
ή τα κουπιά πτερώνω,
δε θα με ρεζιλεύετε,
αυτά δε τα σηκώνω

Τι το περάσατε εδώ,
Ακρόπολη κουφάλες;
Αφού δεν έχετε αιδώ
φορέσετε μπουκάλες

Πειδή πιο πέρα τα νερά
είναι όλο κουράδες,
φορέσετε τα μπανιερά,
βάλτε και τις μπουκάλες

Δυο μέτρα κατ’απ’ το νερό
πρέπει να κολυμπάτε,
αν θέλετε παρακαλώ
σκατά αν μη ρουφάτε

Ο Άδης μας προσφέρεται,
πολύ μεγάλο πιάτο,
εάν με υποφέρετε
το άλλο το Σαββάτο

Ένα φόβο αόριστο
έχω για το ποντίκι,
φοβάμαι ηπατίτιδα
μην πάρ’ απ’ το καθίκι.

 

Αναστενάζει ο λαός

Αναστενάζει ο λαός
καί φταίει η λιτοτητα
δε μας την εστιλ’ ο θεος
αλλά η αθλιοτητα

Τα φυσικά φαινόμενα
δύσκολα τα παλεύεις,
της κρίσης παρεπόμενα
ειναι σαν τα γυρεύεις

Οι Έλληνες την πάρτη μας
σκεφτόμαστε μονάχα,
όσο για την πατρίδα μας
την αγαπάμε τάχα

Είμαστε λαός μπουμπούκι
ανθισμένη πασχαλιά,
μέσα στο μυαλό κουρκούτι
και σαπίλα στην κοιλιά

Στη χώρα μας η διαφθορά
μοιάζει με μαγισούλα,
αραχνοΰφαντα φορά
και μας τα δείχνει ούλα

Σ` αυτό τον τοπ’ ανθοφορούν
σπουδαία περιβόλια,
την χλωροφύλλη απορροφούν
μονάχα τα λαμόγια

Οι ψίθυροι για σκάνδαλα
πέφτουν χιονοστιβάδες,
και πισ’ από τα κάγκελα
μαζεύονται δεκάδες

Σύνταξη στον αόματο
που οδηγεί νταλίκα,
τιμόνι στον αυτόματο
ζωή γεμάτη γλύκα

Βοηθάτε με μωρέ στραβοί
με τον ανοιχτομάτη,
ξύλο που θέλουν μερικοί
να γίνουνε δεμάτι

Η μάνα εις τον Κύριο
εδώ και δέκα χρόνια,
τον γυιό τον αλητήριο
ταΐζει μακαρόνια

Επίδομα της πεθεράς
αυτοί είν’ εφευρέτες,
ενσάρκωση της διαφθοράς
και του λαού γαμέτες

Με τέτοια επιδόματα
που πάει να σου στρίψει,
και με πλαστά διπλώματα
το κράτοςτο χουν στίψει

Ζήτα σε τόνο χαμηλό
από τον ταβερνιάρη,
απόδειξη μη στο σκληρό
κρανίο του τα πάρει

Αν δε σου δωσ’ απόδειξη
ας πάει στα κομμάτια,
μην η γροθιά τ’ απόληξη
έχει τα δυο σου μάτια

Ο Έλληνας αγανακτεί
όταν οι άλλοι κλέβουν,
σαν κάν’ ο ίδιος αρπαχτή
απλώς κουτσομπολεύουν

Πρώτο.. La Frusta

Καλήν ημέρ` αγαπητοί,
κι’ αν είναι ορισμός σας,
να πω κι εγώ το κάτι τί,
στο διαδίκτυο σας

Έλα κοντά μου τώρα σύ,
μούσα της κωμωδίας,
σου ‘χω λατρεί αληθινή,
και μάρτυς μου ο Δίας

Η έμπνευση σου προσφορά,
για μένα θα ‘ναι άγια,
μαζί θα εκτελέσουμε,
θαυμάσια τρισάγια

Εσένα σεβαστότατη,
επικαλούμαι Θάλεια,
βοήθα με να ψάλουμε,
της χώρας μας τα χάλια,

Αν μεσ’ από τους στίχους, μου
εύρω ευήκοα ώτα,
τότε του κάθε κερατά,
θ’ αλλάξω εγώ τα φώτα

Ετούτο δω δεν είναι μπλογκ,
για να χαϊδέψει αυτάκια,
θα είναι σιδερένιο κλομπ,
θ’ ανοίγει κεφαλάκια

Δε θα χαιδέψω καθενός,
τη ματαιοδοξία,
θα είμαι πάντα αρωγός,
σε κάθε αδικία

Θέλω τα κακώς κείμενα,
να τα καυτηριάσω,
και κάτι υποκείμενα,
θέλω να ξεδοντιάσω

Έντιμοι κι αξιοπρεπείς,
ποτέ δε θα θιγούνε,
χυδαίοι δε και χαμερπείς,
θα τρέχουν να κρυφτούνε

Δε θα γλυτώσουνε μαθές,
ούτε μέσα σε τρύπες,
οι στίχοι μου ηλεκτρονικές,
φαρμακερές σαίτες

Ετούτο σαν δείγμα γραφής,
το άλλο το Σαββάτο,
ελπίζω για να ευφρανθείς,
με το κυρίως πιάτο.