Ενα μεγάλο δώρο για όλους τους φίλους μου

Δεν είναι πρωταπριλιάτικο ψέμα,αλλά μια μεγάλη αλήθεια,και ας μου αρέσουν εμένα τα παραμύθια.Το δώρο αυτό θα το λάβετε όσοι κάνετε τον κόπο να εισέλθετε στο φτωχικό μου,υπάρχει σε αφθονία,κανένας δεν θα φύγει με άδεια χέρια.Σας δίνω λοιπόν το δώρο μου,έχετε όλη μου την αγάπη!!!!!!!

Ξεβράκωτοι επενδυτές.

Ο Πειραιάς επενδυτές
εγέμισε λεχρίτες,
τώρα εδώ γελάς η κλαις
με τέτοιους κυβερνήτες;

Τούτοι οι φτωχοδιαβόλοι
θέλεις για να επενδύσουν,
τ’είν’οι επανδύσεις κώλοι
ρε να τους καταγαμήσουν!

Τι κάνει μέσα στη βουλή
ο υπουργός παιδείας;
Ροχαλητό Θεού βροντή
ο γιος της αφασίας.

Εκερδίσαμε λαχείο
ρε χοντρέ ανάθεμάσε,
τη βουλή ξενοδοχείο
έκανες για να κοιμάσαι.

Αχ!κοντά να ήμουν Φίλη
ήθελα σαν ροχαλίζεις,
για να φας ένα σκαμπίλι
σαν το φίδι να σφυρίζεις.

Που τα βρήκες ρε Αλέξη
όλα τούτα τα μπουμπούκια,
και εμείς τάχουμε παίξει
από τα πολλά παλούκια.

Ο Θεός μαλώνει το Μωυσή.

Κάποια μέρα ο Θεός είπε στο Μωυσή:» Ο Κόρα,κλαίοντας,σε φώναξε εβδομήντα φορές και συ δεν απάντησες.Αν με είχε καλέσει έτσι εμένα μια μόνο φορά,θα είχα βγάλει την καρδιά του από τον λάκκο του πολυθεισμού και θα είχα σκεπάσει το στήθος του με το ρούχο της πίστης,Μωυσή,εσύ τον έκανες να χάνεται μέσα σε εκατό αγωνίες,τον πέταξες μέσα στη γη με ασπλαχνιά.Αν εσύ ήσουν ο δημιουργός του,θα ήσουν λιγότερο αυστηρός μαζί του».
– Αυτός που είναι σπλαχνικός σε κείνους που δεν έχουν καμία σπλαχνιά,αγαπιέται πολύ από τους συμπονετικούς ανθρώπους.Αν διαπράτεις τα λάθη των συνηθισμένων αμαρτωλών,θα γίνεις και συ ένας από τους κακούς.

Ο Θεόκουρλος.

Τα επεισόδια που θα αφηγηθώ,είναι εντελώς αληθινά και δεν περιέχουν ίχνος υπερβολής,επειδή το μέγεθος είναι υπερφυσικό,θα ήταν σαν να δίναμε αναβολικά στον Ηρακλή η τον Σαμψών,αλλά δεν μπορώ να αναφέρω όνομα και χωριό,απολαύστε γκάφες ολκής.
– Μια ημέρα ο πατέρας του λεγάμενου,του έδωσε κάτι γόπες που αγόρασε από τα ψαράδικο και του λέει.»Πήγαινε τα ψάρια στο σπίτι και δώστα στη μάνα να τα τηγανίσει για να τα φάμε το μεσημέρι».Τα παίρνει ο γιος πάει πιο πέρα καμιά πενηνταριά μέτρα και ξαναγυρίζει πίσω λέγοντας.»Πατέρα κι αν’η μάνα δεν είναι στο σπίτι;»Του λέει ο πατέρας του,»το κλειδί θα είναι στο περβάζι,άνοιξε την πόρτα και βάλτα στο ψυγείο βωρέ».Φεύγει ο λεβέντης,κάνει μερικά βήματα και ξανά πίσω,λέει του πατέρα του.»Αν το κλειδί δεν είναι στο περβάζι τι θα κάνω;»Ο πατέρας του τα πήρε και του απαντάει νευριασμένα.»Ε τότε να τις φυτέψεις στον κήπο».Αυτό έκανε τις φύτεψε στον κήπο!!
– Μια άλλη φορά του λέει η μάνα του»Πήγαινε στο τάδε καφενείο και πες του πατέρα σου,να έλθει στο σπίτι γιατί τον θέλω»Πηγαίνει στο καφενείο και μπαίνοντας μέσα ρωτάει,»είναι εδώ ο πατέρας μου;»Εκείνη την ώρα,ανάμεσα στους θαμώνες του καφενείου ήταν και ένας χωρατατζής και του λέει.»Τον πατέρα σου τον έσφαξε ο Μάχος ο χασάπης και τον έχει για πούλημα.»Ο γιος τον κοίταξε με κάποια δυσπιστία,»ψέματα λές»Ο χωρατατζής του απαντάει,»πήγαινε στο χασάπικο να δεις αν λέω ψέματα».Φεύγει ο παλαβιάρης και πηγαίνει στο χασάπικο,ο Μάχος είχε κρεμασμένα στα τσιγκέλια δυο τραγιά κι ένα μοσχάρι,ο πατέρας του ήταν ευτραφής ο άνθρωπος,αυτός πλησίασε το μασχάρι κι αφού του χάιδεψε το κεφάλι λέει στο χασάπη.»Μπάρμπα Μάχο,ετούτος είναι ο πατέρας μου;»
– Οταν είχε απολυθεί από φαντάρος,από την Λαμία όπου υπηρετούσε πήγαινε για την Πάτρα με τα πόδια,και από εκεί θα έπαιρνε το καράβι για το νησί του.Εκείνα τα χρόνια ο κόσμος ήταν ακόμα αγνός,του λέει ένας που σταμάτησε δίπλα του με αυτοκίνητο.»Που πηγαίνεις παιδί μου να σε πάρω αν βολεύει η διαδρομή;»Ο μάγκας όμως του απάντησε,βγάζοντας το απολυτήριο.»Κοίταξε τι γράφει εδώ,φύλο πορείας πρέπει να πάω με τα πόδια!»

Η Ελλάδα

Εμπρός Ελλάδα,σήκω εμπρός!
Δεν τρέφεις άδικα ελπίδες.
Και τα πανάρχαια βουνά
Ολυμπος,Πίνδος,οι Θερμοπύλες
σειούνε κι εκείνα τις ασπίδες.

Στη δοξασμένη τους σκιά,
ξύπνησε τώρα η λευτεριά σου
Αθήνα μάρμαρα ιερά
του Περικλή και του Θησέα
τάφοι και κόκκαλα σεπτά.

Χώρα ηρώων και θεών
σπάσε τα βάρβαρα δεσμά σου
με τα τραγούδια των ποιητών
Τυρταίου,Βύρωνα και Ρήγα…
Φλόγα και φώς ολόγυρά σου.

Α.Πούσκιν (Απόδοση…Μίλια ροζίδη
Στην ποίηση δεν υπάρχει μετάφραση,και όση το αναφέρουν είναι βαθιά νυχτωμένοι.

Στο κατώφλι της σχιζοφρένειας.

Ο Βασίλης ετοιμάζεται να βγει από το σπίτι του,ενώ μονολογεί ευρισκόμενος σε έξαλλη κατάσταση.»Τώρα που θα πάω στο Υπουργείο,θα τους αλλάξω μαζί με τα φώτα και τα υπουργεία,ώστε να ανοίξουνε τα μάτια τους,εμένα δεν μου αρέσει καθόλου η ραδιουργία.Αλλά πριν πάω σε αυτά σε αυτά τα καθίκια,θα περάσω άλλη δοκιμασία,είμαι αναγκασμένος να πάρω ταξί,οπότε θα έλθω σε επαφή με την χειρότερη κάστα επαγγελματιών,δηλαδή θα υποστώ έναν άθλιο ταρίφα,και εδώ μιλάμε για τα κατακάθια της κοινωνίας.Μόλις σταματήσει το αναθεματισμένο αμάξι του,θα με ρωτήσει με την αγένεια και την θρασύτητα που χαρακτηρίζει την τάξη του,που πηγαίνει ο κύριος;Τον αρπάζεις τότε από το σβέρκο και του λες;Οπου γουστάρω θα πάω τρικάργιολε ταρίφα και κλείσε το στόμα σου μην σου βουλώσω και καμία άλλη τρύπα,επιλογή διαδρομής,να κάνεις εκεί που σε παίρνει,όχι με αυτόν που γαμάει και δέρνει,ξηγηθήκαμε ρε τριμμένο τσόλι;Αντε πάλι μου άναψε τα λαμπάκια ο μαλάκας,έτσι και κάνει όμως το ζόρικο,θα του βγάλω το μαχαίρι,όπως κάνει ο ξάδελφός μου ο Σάκης,αφού όμως ο άλλος έχει απομακρυνθεί τουλάχιστον διακόσια μέτρα».

Παγκόσμια ψυχή.

Οι φιλόσοφοι του ρομαντισμού αντιλαμβάνονταν αυτό που αποκαλούσαν «Παγκόσμια ψυχή» σαν ένα «Εγώ»,που μέσα σε μια σχεδόν ονειρική κατάσταση έπλασε τα πάντα μέσα στον κόσμο.Ο φιλόσοφος Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε έλεγε ότι η φύση γεννήθηκε από την δραστηριότητα μιας ανώτερης,ασυνείδητης φαντασίας. Ο Σέλινγκ,μάλιστα,το είπε ευθέως:ο κόσμος βρίσκεται «μέσα στο Θεό». Ο Θεός έχει συνείδηση ορισμένων πραγμάτων απ’αυτά που υπάρχουν.Από την άλλη όμως,υπάρχουν και ορισμένες πλευρές στη φύση,που αντιπροσωπεύουν ακριβώς το Ασυνείδητο του Θεού.Γιατί ακόμα κι ο Θεός έχει τη»σκοτεινή πλευρά του».
– Aυτή η σκέψη είναι τρομαχτική και συναρπαστική ταυτόχρονα,θυμίζει τον Μπέρκλεί. Κάπως έτσι ήταν,κατά τους ρομαντικούς,και η σχέση του καλλιτέχνη με το δημιούργημά του.Το παραμύθι έδινε στον ποιητή τη δυνατότητα να παίξει με τη δημιουργική φαντασία του.Για τους ρομαντικούς,η δημιουργική πράξη δε γίνεται πάντοτε με τρόπο συνειδητό.Ο ποιητής έχει συχνά την αίσθηση ότι η ιστορία που γράφει αναβλύζει από μέσα του,χωρίς τη δική του επέμβαση,από μια πηγή,την ύπαρξη της οποίας ούτε ο ίδιος γνωρίζει.Θα μπορούσε ίσως να γράφει υπνωτισμένος».