Αν έχεις τύχη διάβαινε

Οταν δέκα Πέρσες αριστοκράτες είχαν ανατρέψει τους «Μάγους», οι οποίοι είχαν σφετεριστεί την εξουσία στην αυτοκρατορία του μεγάλου Κύρου, ετέθη θέμα διαδοχής. Ολοι ονειρεύονταν τη θέση του κυρίαρχου της Ασίας, εκτός ενός ο οποίος δήλωσε δημοκράτης και αποχώρησε από την διεκδίκηση του αξιώματος. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν την επόμενη το πρωί, να ανέβαιναν στα άλογά τους, και εκείνου το άλογο που θα έκανε το πρώτο χλιμίντρισμα θα ανέβαινε και στο θρόνο (όχι το άλογο φυσικά, ο αναβάτης).
– Οταν ο Δαρείος πήγε στο σπίτι του, ήταν πολύ σκεφτικός και ο ιπποκόμος του τον ερώτησε τι του συμβαίνει, αυτός του είπε το πρόβλημα, και ο ιπποκόμος τον διαβεβαίωσε ότι αυτός θα γίνει αυτοκράτορας, και να μην έχει καμία αμφιβολία για τούτο. Βγήκε από το σπίτι, πήρε το άλογο του Δαρείου, και το έβαλε να πηδήσει μια φοράδα. Το πρωί που είχαν ανέβει στα άλογα οι υποψήφιοι για την βασιλεία, ο ιπποκόμος πέρασε από το στάβλο της φοράδας, και έβαλε το χέρι του στο μουνί της. Πλησίασε μετά στο μέρος που θα ξεκινούσαν τα άλογα, και έφερε το χέρι του στα ρουθούνια του αλόγου του Δαρείου, το άλογο χλιμίντρισε, και ο Δαρείος έγινα βασιλιάς της Περσίας.

Συνδικα-ληστές, τον ουρανό με τ’ άστρα!

Από τις αστικές συγκοινωνίες λείπουν εργαζόμενοι, λεωφορεία, ανταλλακτικά και χρήματα, αλλά περισσεύουν τα συνδικαλιστικά αιτήματα. Το δικαίωμα υπεράσπισης των κεκτημένων μέσα σε ένα συνδικαλιστικό πλαίσιο μπορεί να είναι κατανοητό. Το να εγείρει όμως, η συνδικαλιστική ηγεσία πάνω από είκοσι νέα αιτήματα, κόστους δεκάδων εκατομμυρίων, δεν είναι απλώς ακατανόητο, είναι ανόητο. Τα αιτήματα για επιδόματα και αυξήσεις συνθέτουν έναν χωρίς μέτρο μαξιμαλισμό, που προκαλεί τον «μνημολιόπληκτο» πολίτη που αγγίζουν τον κοινωνικό αυτοματισμό.
-Το να ζητάς ανταλλακτικά για να δουλέψουν τα ήδη γερασμένα οχήματα γίνεται εύκολα κοινωνικά αποδεκτό, γιατί περιέχει κοινή λογική. Το να απαιτείς δωρεάν σάντουιτς από το Δημόσιο, την ίδια ώρα που ο διπλανός άνεργος στέλνει το παιδί του νηστικό στο σχολείο, προκαλεί οργή και δείχνει ότι τα συνδικαλιστικά φρένα είναι σπασμένα. Η κοινωνία αποδέχεται μια διεκδίκηση, εφόσον τη θεωρεί δίκαιη. Την εποχή των περικοπών, ο μαξιμαλισμός από μόνος του συνιστά αδικία.
Υ.Γ : Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται.
Οδυσσέας Ελλύτης

Η «γκόμενα» με τη δεντρογαλιά!

Χειμώνας του 1976 στην Αθήνα, περπατάω μέσα στην πόλη και το κρύο, είναι κάτι παραπάνω από τσουχτερό. Περίπου στις εννιά η ώρα, αποφασίζω να κατέβω σε ένα υπόγειο ταβερνάκι, στο κέντρο της πόλης. Αφού θρονιάστηκα σε ένα τραπεζάκι, έδωσα την παραγγελία, κρέας κοκκινιστό με κρασάκι για να ζεσταθώ.
Μ΄τ’ ου πολλού, που έλεγαν και οι πρόγονοί μας, έφθασε και η παραγγελία, για να καταλάβετε την ποιότητα της ταβέρνας, θα σας πω μόνο ότι, η σάλτσα που ήταν πάνω στο τραπεζομάντιλο και στην ποδιά του γκαρσονιού, ήταν πολύ περισσότερη, από αυτή που είχε η μερίδα μου. Ο δε εξαερισμός ήταν τόσο, μα τόσο υπέροχος, που για να δεις τον διπλανό σου, έπρεπε να κάνεις τα χέρια σου βεντάλια, να φύγει το ντουμάνι! Αρχισα να κατεβάζω φαγητό, λες και η ατμοσφαιρική κόλαση μου άνοιξε την όρεξη, άδειασα το πιάτο μου, άδειασα και την καράφα του μισού κιλού, με το κόκκινο κρασί. Σε καμία ώρα είχα γίνει κροκόδειλος από το πολύ κρασί, η μασέλα μου ήταν λες και είχε πέσει σε σεισμό. Δεν θυμάμαι πόσο έμεινα στην ταβέρνα, από την σούρα που είχα, αλλά στο τέλος βγήκα παρέα με μια ευπαρουσίαστη ξανθιά, η οποία μου πρότεινε να πάμε στο σπίτι της.
-Εγώ άλλο που δεν ήθελα, παιδί νέο έβραζε το αίμα μου, και με τόσο κρασί είχε φθάσει στα ύψη. Με πήγε σε ένα διαμέρισμα στην Αχαρνών, μετά από λίγο η γκόμενα άρχισε να βγάζει τα ρούχα της, αφού έβγαλε και το τελευταίο εσώρουχο, έχοντας την πλάτη γυρισμένη, γύρισε προς το μέρος μου, και έντρομος αντίκρισα μια δεντρογαλιά, να κρέμεται ανάμεσα στα πόδια της. «Τι είναι αυτό μωρή, μωρέ. πως να σε πω!» Χαμογέλασε λέγοντας, «μα δεν κατάλαβες καλέ μου ότι είμαι..» Αντικρίζοντας τούτο το θέαμα, συνήλθα από το μεθύσι και της λέω. «Δεν έχω τόση πείρα, αλλά δεν πειράζει, λοιπόν ώρα να πηγαίνω». Ανοιξα την πόρτα και μην τον είδατε το Γιώργο, ακόμα το φυσάει και δεν κρυώνει!

Προφητικά λόγια

Δεν θυμάμαι ακριβώς ποια χρονολογία, είχα πάει στον Κολωνό για να κάνω καταμέτρηση νερού σαν υπάλληλος της ΕΥΔΑΠ. Σε κάποια στιγμή μετρούσα σε μια μικρή μονοκατοικία, όταν το βλέμμα μου, έπεσε σε μια πινακίδα στον τοίχο του σπιτιού στην οποία ανεγράφετο, εδώ έζησε και απεβίωσε, ο συγγραφέας Κώστας Ταχτσής. Αφού έκανα την καταμέτρηση, πέρασα στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Κάποιος κύριος την ώρα που ήμουν σκυφτός και έπαιρνα ενδείξεις, βγήκε από την πολυκατοικία και με ρώτησε για την κατανάλωση που είχε ο μετρητής του. Του απάντησα, με ευχαρίστησε, και τον ρώτησα εάν είχε γνωρίσει τον συγγραφέα, μου απάντησε καταφατικά, και επειδή με έτρωγε η περιέργεια, λόγω του ότι είχα διαβάσει τα έργα του, του ζήτησα να μου πει, τι άνθρωπος ήταν, και μου είπε τα εξής ενδιαφέροντα.
-Ενας άνθρωπος χαμηλών τόνων, δεν αντιδικούσε με κανέναν, καλημέριζε όλη την γειτονιά και ήταν κοσμαγάπητος. Είχε βέβαια το πάθος του, αλλά δεν προσπαθούσε να το κρύψει, έβγαινε από το σπίτι του ντυμένος σαν γυναίκα, και σε λίγο γυρνούσε φέρνοντας εραστή, ήτανε ημέρες που περνούσαν και μια ντουζίνα από δαύτους σπίτι του.
-Τελικά το ανικανοποίητο αυτό πάθος του, έφερε και τον θάνατο, κάποιος από αυτούς τον κατακρεούργησε και ησύχασε. Η μόνη αντιδικία που είχε στην γειτονιά ήταν με έναν δικηγόρο, που έμενε στο σπίτι που βλέπεις απέναντι, δίπλα από του Ταχτσή, ο λόγος; Ο Ταχτσής είχε φυτέψει ένα δεντράκι το οποίο ανέβαινε, και ακουμπούσε και στον τοίχο του δικηγόρου, μια μέρα τους άκουσα να αντιδικούν, επειδή ο δικηγόρος του έλεγε ότι μετά από 20 χρόνια, αυτό θα του διαβρώσει τον τοίχο, και ο συγγραφέας του είχε πει επί λέξη. «Σε 20 χρόνια μου λες χρυσέ μου, δεν ξέρουμε σε ένα χρόνο από σήμερα αν θα ζει κάποιος από του δυο μας». Μετά από έξι μήνες αγαπητέ μου, ο δικηγόρος πέθανε από καρκίνο, και δεν πέρασαν τρεις μήνες, για να τον ακολουθήσει ο Ταχτσής, ούτε μάγος να ήτανε».

Εάλω η πόλις

Το πρωί της 29ης Μαίου 563 χρόνια πριν άρχισε η επίθεση των Τούρκων με αλαλαγμούς. Ο βασιλιάς έφιππος κατά μήκος των τειχών ενθάρρυνε τους στρατιώτες και κρατώντας το σπαθί του φώναξε. «Στρατιώτες και αδελφοί, σταθείτε ανδρείοι! Ο Θεός υπέρ ημών πολεμεί». Από κάποιο αόρατο χέρι, όπως θέλει η παράδοση, έμεινε ανοικτή η Κερκόπορτα και εισέβαλαν οι Τούρκοι στην Πόλη. Ο Κωνσταντίνος με τους στρατιώτες του πολέμησαν γενναία σώμα με σώμα και κατά τον χρονικογράφο. «Τρωθέντος του ίππου του, κατέβη πεζός και προεμάχησε της Πόλεως. Αλλά η σπάθη του συνετρίβη και τότε μετ’ονύχων και στόματος επέπεσε κατά των εχθρών ως μαινόμενος…και κατεσφάγη!». Αυτό ήταν το ηρωικό και συνάμα δραματικό τέλος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

Πολίτες δίχως φρόνηση, άξιοι για περιφρόνηση

Πολίτες και πολιτικοί
σαν σμήνος της ακρίδας,
σκυλέψαμε χωρίς ντροπή
το πτώμα της πατρίδας.

Επαρση κι’ αλαζονεία
μίσος για το διπλανό,
όταν έχεις φιλαυτία,
είσ’ ένα σκέτο σκατό.

Αμόρφωτοι κι’ ανήθικοι
εις την πλειοψηφία,
εγκέφαλ’ από πίθηκοι
φωλιάσαν στα κρανία.

Προδότες οι πολιτικοί
κραυγάζουν και βραχνιάζουν,
ξεχνούν πως μέσα στη βουλή
αυτοί είν’ που τους βάζουν.

Το αλάθητο του Πάπα
ο κάθε Ρωμιός κατέχει,
ότι κρίση έχει μάπα
δεν μπορεί δεν το αντέχει.

Θέλει να τον εξαπατούν
δεν θέλει την αλήθεια,
πολιτικοί ευδοκιμούν,
μόνο με παραμύθια.

Ετούτα είχα να σας πω
με το χέρι στην καρδιά,
αν συμφωνήτε θα χαρώ
αν διαφωνήτε γεια χαρά.

Ο Σουρής και το λουστράκι

Μια μέρα ο ποιητής Σουρής βρέθηκε στη πλατεία συντάγματος, και διέκρινε σε ένα σημείο τον άλλο σατιρικό ποιητή τον Σούτσο. Πάει και πιάνει έναν πιτσιρικά που γυάλιζε παπούτσια και του λέει, «πήγαινε σε αυτόν τον κύριο και θα τον ρωτήσεις τι ώρα είναι, αυτός θα σου απαντήσει 9 παρά τέταρτο, και τότε εσύ θα του πεις 9 η ώρα να είσαστε στην γωνία να σας γαμήσω, θα σου δώσω για αυτό που θα πεις ένα πεντάδραχμο» Το ποσό ήταν διόλου ευκαταφρόνητο για την εποχή εκείνη, ο μικρός όμως φοβήθηκε και του είπε, «μα θα με σαπίσει στο ξύλο!» Του λέει ο Σουρής, «μη φοβάσαι θα τρέξεις και εγώ θα τον σταματήσω». Πράγματι ο πιτσιρικάς έκανε ότι του είπε, και ο Σούτσος μετά από λίγο ξεχύθηκε πίσω από τον πιτσιρικά, μπαίνει μπροστά ο Σουρής τον σταματάει και του λέει, «γιατί τρέχεις έτσι;». «Ξέρεις τι μου είπε το τσογλάνι που τρέχει;» του λέει αυτός, «να είμαι 9 η ώρα στη γωνία να με γαμήσει» και του λέει ο Σουρής, «καλά μην τρέχεις είναι παρά τέταρτο ακόμα».