Γιατί με κέρασες κέρατο!

20 χρόνια έγγαμου βίου ο κύριος Αντώνης, ο οποίος διατηρεί ψιλικατζίδικο στην Κυψέλη, υπόδειγμα οικογενειάρχη χωρίς παραστρατήματα, και ξαφνικά ανακαλύπτει ότι η σύζυγός του, μια τροφαντή 45ντάρα τον έχει κάνει τάρανδο από τα κέρατα. Του άνοιξε τα μάτια ένας φίλος του, την παρακολούθησε και την είδε ν’ ανεβαίνει τις σκάλες μιας πολυκατοικία, με ένα νεαρό που είχε δεν είχε τα μισά της χρόνια.
Γύρισε το βράδυ στο σπίτι, έφαγε με την γυναίκα του σαν να μην είχε συμβεί τίποτε, όταν ξάπλωσαν στο κρεβάτι, αυτή του λέει καληνύχτα και γυρίζει την πλάτη της. Τι καληνύχτα, δεν θα παίξουμε λίγο γυναίκα; Είμαι κουρασμένη καλέ μου του απαντάει αυτή, φυσικά είσαι κουρασμένη αφού έπαιξες καλά το μεσημέρι, δεν μου λες το παιχνίδι είχε και παράταση, χτυπήσατε και πέναλτι; Δεν καταλαβαίνω τον συλλογισμό σου Αντώνη, του αποκρίνεται αυτή. Σε είδα το μεσημέρι που έμπαινες με το νεαρό, γιατί μου το έκανες αυτό μωρή χαμούρα, μου τα φόρεσες τα κέρατα, γιατί την έφαγες μωρή; Κατάπληκτος ακούει την συμβία να του λέει, την έφαγα γιατί ήταν μια καλή και χορταστική μερίδα, όταν έχεις μπροστά σου συναγρίδα, θα περιμένεις να φας την παλιομαρίδα; Δηλαδή έφαγες καλά έτσι, λοιπόν τώρα θα σου σερβίρω το επιδόρπιο, και την κάνει μαύρη από το ξύλο.

Τα ζωντανά τομάρια!

Πλατρειθιάς 60-70, περπατάει ο Νιόνιος με τη μάννα του στο χωριό, φτάνουν στο μπακαλοχασαποκαφενείο που έχει απ’ έξω κρεμασμένα κάτι τομάρια από κατσίκια και πρόβατα, μάννα τι είν’ αυτά ρωτάει ο Νιόνιος – τομάρια είναι Νιόνιο μου – του απαντάει η μάννα του. Συνεχίζουν να προχωρούν κάμποσο όταν συναντούν ένα κοπάδι πρόβατα, και ρωτάει ο Νιόνιος, μάννα ετούτα τι είναι ζωντανά τομάρια;

Ενας χοίρος όρθιος!

Το προπέρσινο καλοκαίρι, κάποιος Ακης από το χωριό Παναγούλα της Ακαρνανίας, ήλθε στο χωριό μου το Κάστρο του Καλάμου, και έκοβε τις ελιές σε ένα χωράφι. Κανόνισα μαζί του, να κόψει τις ελιές και από ένα δικό μου χωράφι, να πουλήσει τα ξύλα, με την υποχρέωση να μου καθαρίσει το χωράφι. Αυτό το γουρούνι (ζητώ συγνώμη από τα γουρούνια επειδή τα εξευτελίζω με το να τον αποκαλώ έτσι) μου έκοψε τις ελιές πολύ κάτω από τον σταυρό, δηλαδή μου τις κατέστρεψε, και δεν έκαψε ούτε τα κλαριά. Αυτό ήταν το ευχαριστώ, γιατί όλο το διάστημα που έκοβε τα ξύλα από το άλλο χωράφι, μου έκανε και ένα πακέτο τσιγάρα τράκα την ημέρα. Δεν υπερβάλω ο Παναγιώτης ο Μπουλιέρης που τα σπίτια μας είναι σε 20μ απόσταση μπορεί να το επιβεβαιώσει. Οταν τον ρώτησα γιατί έκοψε τις ελιές έτσι μου απάντησε ότι θα γίνουν καλύτερες! Γιατί δεν καθάρισε το χωράφι, μου είπε θα το κάνει τον προσεχή χειμώνα, του έδωσα ο ηλίθιος εγώ και μια προκαταβολή 70 ευρώ συν 30 για να μου κόψει κάτι χορτάρια γύρω από το σπίτι μου, και έφυγα για την Αθήνα.
Εκαψε 5 κλαριά όλα και όλα, και αυτά στην ρίζα μιας ελιάς, με αποτέλεσμα να μου την κάψει, ενώ τα χόρτα της πουτάνας ο γιος, που με την μηχανή ήταν μια ώρα δουλειά, ούτε τα άγγιξε. Το καλοκαίρι περνούσε από το χωριό μου, ένας Αλβανός που είναι μόνιμος κάτοικος Καλάμου, και τον ρώτησε αν είμαι εκεί να έλθει να του δώσω τα 200 ευρώ! Τέτοιο θράσος ο σκατόβλαχος, είπα στον Αλβανό που μιλούσαν στο κινητό να του πει ότι αν έλθει στο χωριό θα τον σκοτώσω, και θα το έκανα! Επειδή μου έτυχαν πολλά προβλήματα δεν μπόρεσα να πάω στην Λευκάδα να τον καταγγείλω, θα το κάνω το καλοκαίρι, έκανε πολλές ζημιές και σε άλλους, του έχουν υποβάλλει 5 μηνύσεις, και επειδή ο λεχρίτης δεν έχει να πληρώσει, θα καταλήξει στη φυλακή. Είναι το καλύτερο για αυτόν, θα εξασφαλίσει ένα πιάτο φαγητό, αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο, γιατί με τις ατιμίες που έχει κάνει, κάποιος μπορεί να χάσει την ψυχραιμία του, και να βρεθεί φυλακή για ένα βρωμερό υποκείμενο.

Ο βιολιτζής «όνειρο!»

Πρέπει να ήταν το 1968 στην Ιθάκη, ενώ βάδιζα στην πλατεία, άκουσα μια φωνή να λέει, «καλό μου παιδί, μπορώ να σε απασχολήσω για τρία λεπτά σε παρακαλώ;» Γύρισα το κεφάλι μου, προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή και αντίκρισα έναν ψηλό κύριο, με ευγενικά χαρακτηριστικά προσώπου. Τα ρούχα του ήταν φθαρμένα, αλλά με καλό γούστο, φορούσε ένα παπιγιόν τόσο φθαρμένο, που έμοιαζε με πουλί πληγωμένο. «Φυσικά κύριε, σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;» του απάντησα. «Ευγενικό μου παιδί, έπεσα στον κατάλληλο άνθρωπο απ’ ότι βλέπω, είμαι καλλιτέχνης, θέλω να δώσω μια παράσταση με το βιολί μου, σε παρακαλώ αν έχεις την ευγενή καλοσύνη, να με συνοδεύσεις στα σπίτια για να μοιράσω εισιτήρια, και να τους ενημερώσω για την ημέρα και ώρα της παράστασης» Εγώ επειδή ήταν άνθρωπος μεγάλης ηλικίας και ευγενέστατος δέχτηκα να τον βοηθήσω.
Πήραμε βόλτα τα σπίτια και πολλοί αγόρασαν εισιτήριο μάλλον από οίκτο, και άλλοι αρνήθηκαν ευγενικά, γιατί οι Θιακοί είναι άνθρωποι με κουλτούρα. Τη ημέρα της παράστασης μαζεύτηκαν κάπου 30 άνθρωποι, ενώ είχε δώσει πολύ περισσότερα εισιτήρια. Αυτοί που μαζεύτηκαν στον κήπο του εξοχικού κέντρου, που βρίσκονταν απέναντι από το γυμνάσιο, όπως αποδείχτηκε είχαν έλθει για χαβαλέ. Οταν έφθασα στο κέντρο ο τύπος ήταν μέσα στο μαγαζί και τα κοπανούσε, είχε γίνει κροκόδειλος, τον βοήθησα να βγει έξω με το βιολί και να κάτσει στην καρέκλα, γυρίζει και μου λέει, «Γιωργάκη έχουμε πολλούς θεατές, πρέπει να είναι 150 τουλάχιστον.» «Αφού τους βλέπεις τόσους, αν κατεβάσεις ακόμα δυο μπουκάλια θα δεις χίλιους πεντακόσους» του απάντησα και κατευθύνθηκα στα καθίσματα των θεατών. Αρχισε να παίζει το βιολί, αν γρατζουνούσε γάτα τις χορδές, δεν θα έβγαζε χειρότερη μουσική. Μόλις τέλειωσε το πρώτο κομμάτι, οι θεατές τον χειροκρότησαν δυνατά, αυτός ενθουσιασμένος σηκώθηκε όρθιος και άρχισε νέα ηχορύπανση, εδώ άρχισε το πανηγύρι, άλλοι φώναζαν αρίμπα, άλλοι φέρτε και τον Μπαρίμπα, ενώ άλλοι έκοβαν σύκα από το δέντρο που ήταν γεμάτο και τα πετούσαν προς το μέρος του, αυτός συνέχιζε να παίζει απτόητος, ενώ τα χάχανα έφταναν στην πλατεία!

Εφιαλτικό όνειρο με θηριώδη χάρη!

Το πιο εξωτικό όνειρο το είδα πριν λίγες ημέρες, εμένα θα μου μείνει αξέχαστο, ίσως και σε μερικούς από όσους το διαβάσετε. Βρισκόμουν σε ένα παραλιακό μέρος, με κάτι τεράστια βράχια, και από κάτω μια μικρή αμμουδιά, ενώ παρακολουθούσα τα κύματα που έσκαζαν, βλέπω να βγαίνουν από την θάλασσα δυο τέρατα που δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι ήταν πλάσματα αυτού του κόσμου. Είχα υπολογίσει ότι τα βράχια που στεκόμουν κοντά τους, θα είχαν έξι μέτρα ύψος τουλάχιστον, τα δυο τέρατα όπως τα έβλεπα να βγαίνουν από τα κύματα, και να βαδίζουν προς την αμμουδιά, πρέπει να ήταν γύρω στα 7 μέτρα ύψος, έμοιαζαν με τεράστιες αρκούδες, με κάτι στόματα σαν μικρές σπηλιές, το κάθε δόντι τους πρέπει να ήταν μισό μέτρο σε ύψος, ενώ φαίνονταν πολύ κοφτερά. Φθάνοντας στην αμμουδιά κάτσανε ανακούρκουδα, με το μέτωπο στραμμένο προς την θάλασσα, ευτυχώς δεν με πρόσεξαν όπως έβγαιναν.
Εγώ με την ψυχή γεμάτη τρόμο, άρχισα να απομακρύνομαι από κει, μετά από 200 μέτρα περίπου υπήρχε ένας καταυλισμός, γιατί είδα κάπου διακόσιους ανθρώπους, να περνούν μπροστά από ένα τεράστιο καζάνι, κρατώντας κάτι τσίγκινα πιάτα, και ένας μάγειρας κρατώντας μια τεράστια κουτάλα, τα γέμιζε φασολάδα με τη μια. Προσπέρασα τον καταυλισμό δίχως να μιλήσω σε κανέναν, απομακρύνθηκα 200 μέτρα περίπου και κρύφτηκα πίσω από την κουφάλα ενός δέντρου, την ίδια στιγμή τα δυο τέρατα είχαν ανέβει από τα βράχια, και προχωρούσαν με μεγάλη ευκινησία για τον όγκο τους, προς τους ανθρώπους του καταυλισμού. Οι περισσότεροι απορροφημένοι με την φασολάδα, δεν τους πήραν είδηση μέχρι που είχαν πλησιάσει στα 50 μέτρα, λίγοι είχαν σκορπίσει κάμποσα μέτρα μακριά, τους κοιτούσαν και τα πόδια τους πρέπει να είχαν παραλύσει από τον τρόμο. Τα τέρατα πλησίασαν με γρήγορο βηματισμό, τους άρπαζαν, τους έφερναν στο στόμα τους που είχε γεμίσει αίματα, και τους έκαναν δυο μπουκιές τον καθένα, όσοι είχαν το κουράγιο να τρέξουν, δεν έφθαναν μακριά γιατί τα δυο τέρατα ήταν τρομερά ευκίνητα.
Αφού τελείωσαν με όλους, το ένα τέρας πλησίασε το καζάνι με την φασολάδα και κοίταξε μέσα, σήκωσε το καζάνι, που στα χέρια του έμοιαζε όπως ένα μικρό κατσαρόλι στα δικά μας, το έγειρε λίγο, άνοιξε το τεράστιο στόμα του, και η φασολάδα έρεε σαν ποταμάκι στο στόμα του. Αφού το άδειασε το άφησε κάτω, έσκυψε και αμολάει μια πορδή, η οποία πέταξε ένα γαλάζιο σύννεφο πάνω στο καζάνι, όταν ξεκαθάρισε ο κορνιαχτός μια τρύπα φάνηκε στο καζάνι, μια γάτα πήδησε μέσα στο καζάνι και έβγαλε το κεφάλι της από την τρύπα, ίσα που χωρούσε το κεφάλι της, σκύβει ο κλανιάγκουρας της βουτάει το κεφάλη και όπως το τράβηξε, η γάτα βγήκε κομματιασμένη χωρίς την γούνα της, την έφερε στο στόμα του και εξαφανίστηκε. Αφού περιέφεραν τα βλέμματα ολόγυρα, άρχισαν να προχωρούν προς το μέρος μου, όχι ούρλιαξα και ευτυχώς ξύπνησα στον ιδρώτα λουσμένος, αλλά σωσμένος, άμα με φάτε σκέφτηκα ποιος θα γράφει παταλομάρες στους φίλους μου να γελάνε;

Πότιζαν κοκαίνη 15χρονο call girl!

Γνωστούς επιχειρηματίες «καίει» μια 19χρονη, σήμερα, κοπέλα, που βρήκε το θάρρος να περιγράψει τις εφιαλτικές στιγμές που πέρασε στα 15 της, ως call girl, στα χέρια των πλούσιων πελατών, στους οποίους την πλάσαραν οι προαγωγοί της, «ποτίζοντάς» την κοκαίνη! Πρόκειται για την ιστορία ενός κοριτσιού που εκδιώχθηκε από την οικογένειά του, εκπορνεύτηκε και κατέληξε να γίνει πόρνη πολυτελείας.
Οι περιγραφές του κοριτσιού στην 6η ανακρίτρια (Δεκέμβριος 2012) είναι συγκλονιστικές: «Με πήγαιναν στον (…) (σ.σ: αναφέρεται το όνομα επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στο χώρο της υγείας.) Είχαμε συναντηθεί στο(…)νυχτερινό κέντρο στη Λ.Ποσειδώνος- και με πήρε με το πολυτελές αυτοκίνητό του και με πήγε σπίτι του. Με έβαζε σε τζακούζι στον τελευταίο όροφο και εκείνος έπαιρνε την πιατέλα με την κοκαίνη, καθόταν χαλαρός στο τζακούζι και μου έλεγε και μένα να κάνω».
Και συνεχίζει: «Τη πρώτη φορά μου έδωσε 900 ευρώ, τις επόμενες του είπαν να δίνει 200-300 ευρώ. Μου πρότεινε να μείνουμε μαζί και να μου βάλει 50.000-100.000 ευρώ στο λογαριασμό μου. Ηθελε να με πάρει, γιατί είμαι Ελληνίδα και πάνω απ’ όλα είμαστε Σπαρτιάτες. Μου έβαζε και το τραγούδι της Σπάρτης. Το είπα στους (…) και μου είπαν να τους δώσει τα λεφτά να με πουλήσουν σε αυτόν. Είχα καταλάβει και στο παρελθόν ότι έψαχναν να με πουλήσουν στο εξωτερικό».
Σύμφωνα με το φάκελο της υπόθεσης, τα μέλη του κυκλώματος πήγαιναν την 15χρονη σε ξενοδοχεία στην Κηφισιά, στον Αλιμο και στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί τη «χάριζαν» σε πελάτες με χονδρό πορτοφόλι και ύστερα της αφαιρούσαν όλα τα χρήματα που παραλάμβανε, αγοράζοντάς της μόνο φαγητό.

ΥΓ Εγώ όταν περπατώ στο δρόμο, προσέχω μην πατήσω μυρμήγκι, αλλά για τέτοια υποκείμενα, ευχαρίστως γινόμουν άμισθος δήμιος.

Μπούας- Παναγιωτάρας σημειώσατε 2

Τα καλοκαίρια στην Ιθάκη, έρχονταν ένας Πατρινός καραγκιοζοπαίχτης ο οποίος έδινε καταπληκτικές παραστάσεις. Σχεδόν κάθε βράδυ οι Θιακοί γεμίζαμε τον χώρο του εξοχικού κέντρου, όπου έδινε τις παραστάσεις, αυτό εξόργιζε τον κατά τα άλλα συμπαθή Σπύρο Μπούα, ο οποίος είχε την αίθουσα του κινηματογράφου, στο μορφωτικό κέντρο του δήμου. Εβαζε δυο και τρία έργα με ένα εισιτήριο, αλλά είναι ζήτημα αν πατούσαν το πόδι τους στην αίθουσα πάνω από τρία άτομα, για να πάνε στην παράσταση του Παναγιωτάρα, περνούσαν μπροστά από τον κινηματογράφο, τους κοιτούσε ο Μπούας και του άναβαν τα λαμπάκια. Μια μέρα ενώ κοιτούσα την ταμπέλα από τα έργα που έπαιζε ο κινηματογράφος, ενώ ο κόσμος περνούσε κατά ομάδες και ανηφόριζε για την παράσταση του καραγκιόζη, γυρνάει σε μένα και μου λέει. «Κοίτα τους, όλοι για τον καραγκιόζη πάνε, να δούνε τι; Κρατάει κάτι παλιόχαρτα και τα κουνάει πίσω από ένα πανί! Αλλά που θα πάει δε θα φύγει το καλοκαίρι, εδώ θα έρθουνε τα πουλάκια μου, αλλά σε ποιόν τα λέω αυτά, στο βοηθό του Παναγιωτάρα, άντε πήγαινε να δώσετε την παράσταση.»
Εφυγα και μετά από λίγο δίναμε την παράσταση, λες και τον έφαγε η γλώσσα του τον Παναγιωτάρα, ενώ παίζαμε έρχεται μια κουτούπα (πέτρα), πέρασε πάνω από τον μπερντέ και προσγειώθηκε στην καράφλα του Παναγιωτάρα, αυτός κρατούσε τις φιγούρες στα χέρια του και από τον πόνο που θα ήταν αφόρητος έκανε ωχ ωχ ωχ, ενώ οι φιγούρες ανεβοκατέβαιναν με δαιμονισμένο ρυθμό. Ο κόσμος που δεν είχε πάρει είδηση τι έγινε, ξέσπασε σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα, ο καυμέμος δεν άντεξε για πολύ, η καράφλα του είχε βαφτεί κόκκινη, ζήτησε συγνώμη και εξήγησε στον κόσμο τι συνέβη, σταματήσαμε για ένα τέταρτο και μετά συνεχίσαμε. Τώρα ποιος είχε περάσει από τον δρόμο, και είχε πετάξει την πέτρα δεν το μάθαμε ποτέ.