Ο ζόρικος εξεταστής

Δίνει ένας εξετάσεις για την απόκτηση διπλώματος οδήγησης, μετά τα πρακτικά τον ρωτάει ο εξεταστής, βλέπεις δυο φώτα απ’ την αντίθετη κατεύθυνση να έρχονται κατά πάνω σου, τι είναι; Αυτοκίνητο, απαντάει ο εξεταζόμενος, ναι αλλά τι μάρκα αυτοκίνητο, opel,Nissan, Toyota; Δεν απαντάς, δεύτερη ερώτηση, βλέπεις ένα φως να έρχεται τι είναι, μηχανή λέει ο εξεταζόμενος, μηχανή αλλά τι μάρκα είναι kawasaki, Suzuli, Harley, πάλι δεν απαντάς, θα σου κάνω μια τελευταία ερώτηση, βλέπεις δυο φώτα ψηλά να έρχονται τι είναι, νταλίκα απαντά ο εξεταζόμενος, ναι αλλά τι μάρκα, ο εξεταζόμενος τον διακόπτει εκνευρισμένος, να σου κάνω και εγώ μια ερώτηση, βλέπεις μια γυναίκα προκλητικά ντυμένη να σταματάει δίπλα από τα αυτοκίνητα τι είναι; Πόρνη, του απαντάει ο εξεταστής, πόρνη αλλά ποια είναι, η μάννα σου, η γυναίκα σου, ή η κόρη σου;

Ποιος το έκανε αυτό να τον πατήσω κάτω!

Σε ένα μπαρ στην Αμερική που είναι γεμάτο από τα παιδιά για αγελάδες γίνετε ο κακός χαμός από την διασκέδαση, με ωραίες γυναίκες να τραγουδάνε. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ένας τύπος, που φωνάζει δυνατά, ποιος ηλίθιος μου έβαψε το άλογο πράσινο, να σηκωθεί επάνω αν είναι άντρας και θα τον πατήσω από κάτω. Σηκώνετε ένα θηρίο δυο μέτρα, με κάτι μπράτσα χοντρά και μυώδη, κατευθύνετε προς το μέρος του, σταματάει σε μια απόσταση δυο μέτρων μακρυά του και του λέει, εγώ το έβαψα τι θέλεις, ο άλλος τον κοιτάζει και τον λούζει κρύος ιδρώτας, να έλεγα μήπως σου είναι εύκολο να το περάσεις ένα χέρι ακόμα.

Και όμως έλεγε αλήθεια!

Στο δεύτερο καράβι που ταξίδευα, μια φορά πλησιάζαμε στην Σιγκαπούρη, είμαστε στο καπνιστήριο μερικοί από το πλήρωμα και συζητούσαμε. Ενώ ετοιμαζόμουν να πάω για ύπνο, με ρωτάει ο καμαρότος, «Γιώργο αύριο θα πηδήξεις καμιά κόκα κόλα;», νόμισα ότι μου έκανε πλάκα, «όχι του λέω, θα πηδήξω καμιά σόδα!», οι άλλοι έβαλαν τα γέλια και έφυγα να πάω για ύπνο.
-Το πρωί άκουσα χτυπήματα στην πόρτα, ρώτησα ποιος είναι και ξαφνιασμένος άκουσα μια γυναικεία φωνή κάτι να λέει, ανοίγω την πόρτα και βλέπω μια κοπέλα χαμογελαστή, να με ρωτάει αν θέλω κόκα κόλα, είχε ένα μικρό καλαθάκι με κάτι κόκα κόλες μέσα, αγουροξυπνημένος ακόμα της λέω, μα πρωί πρωί να πιω κόκα κόλα. «Οχι μου λέει αυτή, ρωτάω αν θέλεις γ..σι. Μετά έμαθα ότι επειδή απαγορεύετε η πορνεία από το νόμο, μπαίνουν στο καράβι ότι και καλά πουλάνε κόκα κόλες.

Μα από εδώ τα αγόρασα!

Μπαίνει ένας τύπος στο μίνι μάρκετ καπνίζοντας, η υπάλληλος μια ευγενική κοπέλα του λέει, «κύριε σας παρακαλώ σβήστε το τσιγάρο σας, απαγορεύεται το κάπνισμα εντός του καταστήματος». Ο τύπος διαμαρτύρεται, «μα από εδώ τα αγόρασα κυρία μου;» Η απάντηση της υπαλλήλου, «εδώ πουλάμε και καπότες, αν αγοράσετε δηλαδή μπορείτε και να μας γα…τε;»

Είναι καλύτερα να δίνεις, παρά να παίρνεις

Σε ένα σχολείο των ΗΠΑ η δασκάλα μιλάει στα παιδάκια για την χαρά της προσφοράς και καταλήγει ότι είναι καλύτερα να δίνει κανείς στους άλλους, παρά να παίρνει. Ενα αγοράκι της λέει, ότι το ίδιο πράγμα ισχυρίζεται και ο πατέρας του, «μπράβο αγόρι μου, ο πατέρα σου πρέπει να είναι πολύ καλός άνθρωπος, τι δουλειά κάνει;» «Κυρία είναι πυγμάχος ο πατέρας μου»!

Τι θα προτιμούσες να ήσουν Αχιλλέας ή Ομηρος;

Κάποιος ρώτησε μια μέρα τον σπουδαίο ναύαρχο και πρωτομάστορα του τροπαίου της Σαλαμίνας Θεμιστοκλή, τι θα προτιμούσε να είναι Αχιλλέας ή Ομηρος. Η απάντηση του πανέξυπνου κατά τα άλλα Θεμιστοκλή με ξάφνιασε, επειδή δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο και θα εξηγήσω τους λόγους. Ο Θεμιστοκλής απάντησε με μια ερώτηση, εσύ τι θα προτιμούσες να ήσουν ολυμπιονίκης ή ένας από αυτούς που εκφωνούν τα ονόματα των νικητών. Ατυχής η ερώτηση, εάν δεν ήταν ο μεγάλος ποιητής, όλους αυτούς δεν θα τους ήξερε ούτε η μάνα τους, περιέγραψε τις μάχες με την απαράμιλλη πένα του και τους έδωσε μυθικές διαστάσεις, κανένας από αυτούς δεν ήταν σπουδαία προσωπικότητα, εκτός από τον πολυμήχανο Οδυσσέα. Δέκα χρόνια πολεμούσαν και δεν μπορούσαν να πάρουν μια πόλι, ο Αλέξανδρος θα τους είχε ξεκάνει σε μια μέρα όλους.

Μα γιατί εμένα μου δίνεις εκατό;

Κάποιος επαρχιώτης έρχεται στην Αθήνα για δουλειές και το βράδυ πηγαίνει να κοιμηθεί σ’ ένα ξενοδοχείο. Πριν κλείσει το φως, μπαίνουν δυο ημίγυμνες γυναικάρες στο δωμάτιο του, μετά το πρώτο ξάφνιασμα του γίνεται ο νοικοκύρης σούζα και τις παίρνει παρτούζα. Το πρωί που πηγαίνει να πληρώσει, ο υπάλληλος του δίνει και 30 ευρώ από πάνω. Γυρίζει στο χωριό του και όταν λέει στο καφενείο τι έγινε στο ξενοδοχείο τον παίρνουν όλοι στο ψιλό, αν δεν με πιστεύετε ας πάει και κάποιος άλλος, αν δεν του συμβεί το ίδιο, τότε είμαι ψεύτης, τους λέει
-Αποφασίζει να πάει ο πρόεδρος του χωριού, μόλις ξαπλώνει στο κρεβάτι, μπουκάρουν δυο νοικοκυρές και τις πλακώνει στις στεκιές, το πρωί περνάει από το ταμείο και του δίνουν 30 ευρώ, πηγαίνει στο χωριό και τους το λέει. Αυτοί λένε του παπά, πήγαινε εσύ πάτερ που σε εμπιστευόμαστε. Πηγαίνει ο παπάς, μόλις ξαπλώνει, ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν δυο ωραίες γυναίκες, Θεέ μου σχώραμε γιατί δεν θα μπορέσω να μην τους τη φορέσω, κάνει τη δουλειά του και πέφτει για ύπνο. Το πρωί πηγαίνει να πληρώσει και του δίνουν 100 ευρώ, μα γιατί εμένα 100, λέει ο παπάς και στους άλλους 30, και του λέει ο υπάλληλος. «Γιατί τσόντα με παπά δεν μας συμβαίνει κάθε μέρα».