Σκοτσέζικη τσιγκουνιά!

Ενας Σκοτσέζος χάνει τον καλύτερο φίλο του, που είχαν κατεβάσει παρέα σωρούς από μπουκάλια ουίσκι. Μια μέρα πηγαίνει στον τάφο του, με τι άλλο, με ένα μπουκάλι ουίσκι, αφού έμεινε αρκετή ώρα στον τάφο, σηκώνετε να φύγει, όμως ξαναγυρίζει πίσω και κοιτάζοντας το μπουκάλι λέει: «Ρε φίλε, θα σε πείραζε, αν το περνούσα από το λαρύγγι μου;»

Δις ιζ Μπούφαλο Μπιλ!

Σε ένα μπαρ γνωρίζονται ένας Αμερικανός με έναν Ρώσο. Αρχίζουν να τα πίνουν παρέα, μετά από αρκετά ποτά έχουν γίνει γκολ. Ο Αμερικάνος του λέει να βάλουν ένα στοίχημα, όποιος την έχει μεγαλύτερη κερδίζει και ο άλλος πληρώνει το λογαριασμό. Είμαστε σύμφωνοι, του λέει ο Ρώσος, ο Αμερικανός βγάζει έξω μια μαλαπέρδα 20 πόντους, τη χτυπάει πάνω στο τραπέζι και φωνάζει, δις ιζ Μπούφαλο Μπιλ! Ο Ρώσος βγάζει μια οχιά δικέφαλη και φωνάζει, δις ιζ Τσέρνομπιλ

Ζήτουλας και αξιοπρεπής είναι αντικρουόμενες απόψεις

Από την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους, ζούμε συνεχώς με δανεικά, τα περισσότερα τα ροκανίζουν οι εκάστοτε κυβερνώντες και οι παρατρεχάμενοι. Ακούμε τα αποβράσματα που μας κυβερνάνε μια ζωή, να μιλάνε για υπερήφανη εξωτερική πολιτική, δεν μπορείς να κάνεις τέτοιο πράγμα, όταν χρωστάς είσαι υπό κατοχή. Ρωτήστε μια γυναίκα που διάλεξε το επάγγελμα της νοικοκυράς και είναι απόλυτα εξαρτημένη από τον κουβαλητή για να σας φύγει κάθε αμφιβολία για τούτο.

Δεν πήρε στα σοβαρά τα σημάδια

Ο Ιούλιος Καίσαρας δεν άκουσε τις παρακλήσεις της γυναίκας του για το όνειρο που είχε δει, ούτε κοίταξε το σημείωμα που του έδωσε κάποιος στο δρόμο, για να του αποκαλύψει την ενέδρα που του είχαν στήσει, σκέφτηκε να το διαβάσει αργότερα. Αφού θυσίασε και δεν πήρε ευνοικούς οιωνούς, μπήκε στο βουλευτήριο αψηφώντας τα θρησκευτικά σημάδια και περιπαίζοντας τον Σπουρίννα, τον οποίο αποκάλεσε ψευδοπροφήτη, επειδή είχαν φτάσει οι Ειδοί του Μαρτίου χωρίς να του έχει συμβεί κάτι κακό, εκείνος όμως του απάντησε ότι οι Ειδοί είχαν βέβαια έρθει, αλλά δεν είχαν ακόμα περάσει.
-Καθώς έπαιρνε τη θέση του, οι συνωμότες τον περικύκλωσαν με την πρόφαση ότι ήθελαν να του υποβάλουν τα σέβη τους, και αμέσως ο Κίμβρος Τίλλιος, που είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, τον πλησίασε, σαν να ήθελε κάτι να του ζητήσει, και όταν ο Καίσαρ του αρνήθηκε με μια χειρονομία ανέβαλε το όποιο αίτημά του για αργότερα, αυτός του τράβηξε την τήβεννο και με τα δυο του χέρια από τους ώμους. Και όταν εκείνος κραύγασε: «Μα αυτό είναι βία!», ο ένας από τους δυο Κάσκες τον μαχαίρωσε πισώπλατα, λίγο πιο κάτω από το λαιμό. Ο Καίσαρ άρπαξε το μπράτσο του Κάσκα και τον κάρφωσε με την γραφίδα του, καθώς όμως προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του, ένα άλλο τραύμα τον ακινητοποίησε. Οταν ένιωσε ότι τα γυμνά ξίφη τον είχαν περικυκλώσει από παντού, κάλυψε με την τήβεννο το κεφάλι του και την ίδια στιγμή τράβηξε τα ρούχα του ως κάτω, για να πέσουν σεμνά καλύπτοντας το κάτω μέρος του σώματός του. Σε αυτή τη στάση δέχτηκε είκοσι τρεις μαχαιριές, χωρίς να αρθρώσει ούτε λέξη, εκτός από έναν αναστεναγμό στο πρώτο χτύπημα, και ας λένε μερικοί πως όταν ο Μάρκος Βρούτος όρμησε εναντίον του, εκείνος του είπε: «Και εσύ, τέκνον;»

Αντιγραφή από τον Σουητώνιο.

Ερχιται Μήτσου έρχιται…

Ο Μήτσος ένας βλάχος ψήνει μια συγχωριανή του και την καλεί στο μαντρί του έξω από το χωριό. Η γυναίκα είναι παντρεμένη, αλλά γουστάρει τον βαρβάτο βοσκό. Ενώ ερωτοτροπούν αυτή αρχίζει και φωνάζει σε κάποια στιγμή, «έρχιται Μήτσου έρχιται ου ουργασμός» για να πάρει την απάντηση. «Μη φοβάσαι όταν πηδάει ο Μήτσος δεν έρχεται κανένας!»

Αρμενίζουνε βαρκούλες στο γιαλό;

Τέλη της δεκαετίας του 70ντα, είμαι με ένα φίλο μου από την Κεφαλλονιά και κάνουμε βόλτα στον Πειραιά, ενώ διασχίζουμε την Τσαμαδού και βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ψαράδικο, μου κόβει την συζήτηση και μπαίνει μέσα στο κατάστημα. Παίρνει στα χέρια του μια τσιπούρα από ένα τελάρο, την φέρνει στο ύψος των χειλιών του και αρχίζει να κινεί τα χείλη του σαν να της μιλάει.
-Οι πελάτες όλοι τον κοιτάζουν σοκαρισμένοι, το ίδιο και ο καταστηματάρχης, εγώ αισθάνομαι αμήχανα, αλλά γνωρίζοντας πόσο απρόβλεπτος είναι αναρωτιέμαι τι θα σκαρώνει τώρα, τελικά ο καταστηματάρχης τον ρωτάει κάπως ενοχλημένος. «Τι κάνεις τώρα εκεί;» «Του μιλάω και το ρωτάω αν αρμενίζουνε βαρκούλες στο γιαλό.» «Και τι σου λέει αυτό» τον ρωτάει ο καταστηματάρχης και ο Κεφαλλονίτης απαντάει. «Μου λέει ότι δεν ξέρει γιατί έχει χρόνια να πάει!»

Οι δυο γέροι Κρητικοί και ο παπάς

Ο παπάς περπατάει στην πλατεία του χωριού και δυο γέροι Κρητικοί τον ξανοίγουν. Λέει ο ένας στον άλλο. «Μωρέ Μανωλιό γιά ντα κουτσαίνει ο παπάς;» «Ε κατέχω λέει ο άλλος αλλά να τον ερωτήσουμε», φωνάζουν τον παπά ο οποίος τους λέει εγλύστρισα στο μπιτέ, αυτοί του εύχονται περαστικά και φεύγει. Ρωτάει τώρα ο ένας τον άλλο, τι είναι ορέ το μπιτέ, για να απαντήσει ο άλλος, Ε κατέχω έχω χρόνια να πάω στην εκκλησία.