Σε άγνωστες θάλασσες

Θέλω φτερά προς τα εκεί ν’ ανοίξω:
Της θάλασσας τη ράχη την πλατιά θέλω να σχίσω,
πίστη σε μένα στο δικό μου δοιάκι εφεξής να δείξω,
με γενοβέζικο σκαρί μες το γαλάζιο ν’ αρμενίσω.

Νέα, πιο νέα εμπρός μου όλα λάμπουν δίχως όριο
– πάνω στη γη το γιόμα μόνο λίγη ώρα ησυχάζει-
και μόνο, Απεραντοσύνη, το δικό σου μάτι πελώριο
μπροστά μου ανοίγει και βαθιά στα μάτια με κοιτάζει.

Ποίημα του Νίτσε από τη συλλογή «Ο Πρίγκιπας Ελεύθερο Πουλί»

Πώς τα πάνε από ομόνοια οι Ελληνες;

Ο Φίλιππος βασιλιάς της Μακεδονίας φιλονικούσε μια μέρα με την γυναίκα του την Ολυμπιάδα. Εκείνη τη στιγμή φτάνει σαν απεσταλμένος από την Κόρινθο ο Δημάρατος, και ο βασιλιάς τον ρωτάει: «Πως πάνε από ομόνοια οι Ελληνες;» Και του λέει ο Δημάρατος, «ρωτάς πως πάνε από ομόνοια οι Ελληνες, ενώ δεν την βλέπω να βασιλεύει στο σπίτι σου!»

Ο πιο αιματηρός έρωτας της ιστορίας

Μετά την πανωλεθρία του στη Σαλαμίνα, ο Ξέρξης έφτασε στις Σάρδεις. Εκεί ζούσε η πανέμορφη γυναίκα του αδελφού του, την οποία και ερωτεύτηκε. Και καθώς με τα μηνύματα που της έστελνε δεν μπορούσε να την καταφέρει κι ούτε κατέφευγε στη βία αποφεύγοντας να φέρει σε δύσκολη θέση τον αδελφό του το Μασίστη. Τότε λοιπόν ο Ξέρξης, μη έχοντας άλλο τρόπο, βάζει μπρος γάμο του γιου του Δαρείου με τη θυγατέρα του Μασίστη κι αυτής της γυναίκας, ελπίζοντας να την κάνει ευκολότερα δική του ύστερα από αυτό το συνοικέσιο. Αφού έκανε τους αρραβώνες κι όσα συνηθίζονται, πήρε το δρόμο του γυρισμού για τα Σούσα. Κι όταν έφτασε εκεί κι οδήγησε στο παλάτι του τη νύφη που ήταν για το Δαρείο, έτσι λοιπόν του πέρασε ο έρωτας για τη γυναίκα του Μασίστη κι η καρδιά του πέταξε αλλού, ερωτεύτηκε τη γυναίκα του Δαρείου θυγατέρα του Μασίστη, κι εκείνη του δόθηκε, τη γυναίκα αυτή την έλεγαν Αρταύντη.
-Ομως με τον καιρό τα πάντα βγήκαν στη φόρα με τον εξής τρόπο, η Αμηστρις, η γυναίκα του Ξέρξη, έβγαλε από τον αργαλειό μεγάλο επανωφόρι, πολύχρωμο κι αξιοθέατο και το δίνει στον Ξέρξη. Κι αυτός ευφράνθηκε μ’ αυτό, το φορά και πηγαίνει στην Αρταύντη, την ευφράνθηκε κι εκείνη και την προτρέπει να ζητήσει όποιο δώρο θέλει να της κάνει για τις στιγμές που του χάρισε. Κι εκείνη γιατί ήταν να την βρούν συμφορές κι αυτή και όλο της το σπίτι, του ζητά με θράσος το επανωφόρι. Κι ο Ξέρξης και τι δεν έβαλε σε ενέργεια αποφεύγοντας να της το δώσει, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά επειδή φοβόταν την Αμηστρη, που είχε ψυλλιαστεί τι τρέχει και τώρα θα βγούν στη φόρα οι προκοπές του. Τι πολιτείες της έδινε και χρυσάφι αρίφνητο και στρατό, που μονάχα αυτή θα έχει στις διαταγές της (κι ο στρατός είναι κατεξοχήν περσικό δώρο). Μ’ όλ’ αυτά όμως δεν την έπειθε και τέλος της δίνει το πανωφόρι, κι αυτή καταχαρούμενη το φορούσε και καμάρωνε.
-Η γυναίκα του Ξέρξη μαθαίνει πως αυτή το έχει, και δεν ένιωσε μίσος γι’ αυτή τη γυναίκα αλλά για τη μάνα της, με την ιδέα πως αυτή βρίσκεται πίσω απ’ αυτά. Παραξύλαξε λοιπόν την ώρα που ο άντρας της, παραθέτει βασιλικό δείπνο(κι αυτό το δείπνο τα προσφέρουν μια φορά το χρόνο, στα γενέθλια του βασιλιά, και λέγεται στα περσικά «τυκτά», στην ελληνική γλώσσα «τέλειον») είναι η μέρα που ο βασιλιάς πλένει το κεφάλι του με ανθόνερο, μονάχα τότε, και κάνει δώρα στους Πέρσες, αυτή παραφύλαξε την ώρα εκείνη και ζητά από τον Ξέρξη να της κάνει δώρο τη γυναίκα του Μασίστη. Αυτός το βρήκε ανήκουστο και απάνθρωπο, να παραδώσει την γυναίκα του αδελφού του, που δεν έφταιγε σε τίποτε, επειδή γνώριζε γιατί την θέλει η Αμηστρις. Στο τέλος όμως καθώς εκείνη επέμενε και τα χέρια του ήταν δεμένα από το έθιμο (δηλαδή στην τελετή του βασιλικού δείπνου δεν υπάρχει περίπτωση να μην ικανοποιηθεί το αίτημα που υποβλήθηκε), με βαριά καρδιά λέγει το ναι, αφού έκανε την παραχώρηση, στη Αμηστρι δίνει το ελεύθερο να κάνει ότι θέλει και καλεί τον αδελφό του και του λέει. «Μασίστη, είσαι γιος του Δαρείου και αδελφός μου, παράτα αυτή τη γυναίκα που συζείς, και εγώ στη θέση της σου δίνω τη θυγατέρα μου, ζήσε μαζί της, αυτήν που έχεις τώρα δεν την εγκρίνω.
Αυτός όμως αγαπούσε τη γυναίκα του, τον ευχαρίστησε για την τιμή, αλλά του είπε ότι θέλει να ζήσει με την γυναίκα που έχει και ο Ξέρξης έξω φρενών του λέει τα εξής: «Μασίστη, είσαι πια ξοφλημένος, γιατί τώρα πια ούτε θα σου έδινα γυναίκα τη θυγατέρα μου ούτε θα συζήσεις με άλλη από δω και πέρα, για να μάθεις να δέχεσαι τα δώρα που σου δίνουν». Κι εκείνος, ύστερα απ’ όσα άκουσε, βγήκε έξω αφού είπε μόνο αυτά: «άρχοντά μου, δεν με ξέκανες ακόμα». Και σ’ αυτό το μεταξύ που ο Ξέρξης συνομιλούσε με τον αδελφό του, η Αμηστρις έστειλε τους σωματοφύλακες του Ξέρξη έφεραν τη γυναίκα του Μασίστη και την κατακρεούργησε, έκοψε τα βυζιά της και τα πέταξε στα σκυλιά, έκοψε τη μύτη και τ’ αυτιά και τα χείλη και τη γλώσσα της και ύστερα τη έστειλε στο σπίτι της κατακρεουργημένη.
-Και ο Μασίστης, μη έχοντας ακούσει τίποτε ακόμη απ’ αυτά, αλλά με το προαίσθημα ότι κάτι κακό του συμβαίνει, τρέχοντας μπαίνει με ορμή στο σπίτι του. Κι χωρίς να χάσει στιγμή αντικρίζοντας τη γυναίκα του κατακρεουργημένη κάνει συμβούλιο με τα παιδιά του και κατόπιν πήρε το δρόμο για τα Βάκτρα μαζί με τους γιους του και κάμποσους άλλους, για να σηκώσει σ’ επανάσταση τη σατραπεία των Βάκτρων και να κάνει το μεγαλύτερο κακό στο βασιλιά. Κάτι τέτοιο θα γινόταν, αν βέβαια προλάβαινε ν’ ανεβεί στη χώρα των Βακτρίων και Σακών, γιατί τον αγαπούσαν οι λαοί τους κι ήταν αντιβασιλέας στα Βάκτρα. Αλλά βέβαια ο Ξέρξης, μαθαίνοντας αυτές του τις κινήσεις, έστειλε στρατό εναντίον του όσο ακόμα εκείνος βρισκόταν στο δρόμο και σκότωσε και τον ίδιο και τους γιους του και τον στρατό του. Αυτή τη εξέλιξη είχε ο έρωτας του Ξέρξη κι έτσι πέθανε ο Μασίστης.

Ο παπάς το μέλι και το «ιερό»γάλα!

Σε ένα χωριό της Θεσσαλίας τα παιδιά των δυο τελευταίων τάξεων του δημοτικού, πήγαιναν κάθε Σάββατο απόγευμα στο κατηχητικό σχολείο. Μια μέρα ένα αγοράκι, είπε στην μάνα του ότι δεν θέλει να πηγαίνει πλέον στο κατηχητικό. Αυτή το ρώτησε τον λόγο, και αυτό της απάντησε ότι δεν μπορεί να της πει, η μητέρα επέμενε και ο μικρός της απάντησε, πως το γάλα του παπά είναι αηδιαστικό. Τι σας δίνει γάλα ο παπάς στο κατηχητικό, το ρώτησε η μάνα ξαφνιασμένη, ο μικρός της είπε, πως ο παπάς τα ορμήνεψε να μην μιλήσουν πουθενά γι’ αυτό, επειδή θα τα τιμωρούσε ο Θεός, έβανε μέλι στο πουλί του και τους το έδινε, το γάλα έβγαινε από το πουλί του, και κάθε φορά το έπινε ένα παιδί και αυτό ήταν ευλογία για το παιδί.
-Η μάνα του αναστατωμένη πήγε στην καλύτερη φίλη της, που τα παιδιά τους ήταν συμμαθητές και μίλησε για το περιστατικό, αυτή της απάντησε πως δεν ήταν δυνατό να συμβαίνει τέτοιο αποτρόπαιο πράγμα, μήπως το παιδί ήταν φαντασιόπληκτο. Τελικά όλα τα παιδιά ομολόγησαν ότι αυτό συνέβαινε πράγματι, αλλά από τον φόβο της θείας τιμωρίας δεν μιλούσαν. Τελικά αφού συμβούλεψαν τα παιδιά να μην μιλήσουν στον παπά, και να πάνε το ερχόμενο Σάββατο κανονικά στο κατηχητικό. Συγκεντρώθηκαν όλοι οι γονείς των παιδιών στο προαύλιο της εκκλησίας, λίγα λεπτά μετά την έναρξη του κατηχητικού. Κάποιος από τους πατεράδες κοίταξε μέσα, αφού σκαρφάλωσε στον ώμο κάποιου άλλου, ο παπάς είχε βγάλει το εργαλείο του και του έβαζε μέλι. Μπήκαν όλοι μαζί μέσα και άφησαν τον παπά ημιθανή από το πολύ ξύλο. Η υπόθεση έφτασε στον Δεσπότη, ο οποίος τον ξύρισε φυσικά, ο παπάς πήρε την οικογένειά του και εξαφανίστηκε. Το γεγονός δεν έφτασε στα μέσα ενημέρωσης για να μην στιγματιστεί το χωριό, άλλωστε την δεκαετία του εβδομήντα όλοι έτρεμαν ένα τέτοιο σκ΄λανδαλο.

Ο αλλοδαπός ζητιάνος

Δυο φίλοι που είχαν έλθει μαζί στην Ελλάδα μετανάστες, συναντιούνται τυχαία σε έναν δρόμο της Αθήνας. Ο ένας ντυμένος στην τρίχα, κατεβαίνει από ένα αυτοκίνητο και χαιρετάει τον άλλο που προσπαθούσε να πουλήσει κανένα ζευγάρι κάλτσες.
-Βλέπω τα καλοπερνάς, του λέει ο φουκαράς, καλά τι δουλειά κάνεις; Ζητιάνος του απαντάει ο άλλος, μιλάμε για τρελά λεφτά, πρέπει να το δοκιμάσεις και εσύ, προσοδοφόρο επάγγελμα.
Μετά από τρεις ημέρες είχαν κανονίσει να συναντηθούν, καλά με δουλεύεις του λέει ο φουκαράς, τρεις μέρες ζητιανιά και μάζεψα μόνο 3 ευρώ, εγώ κοίτα πόσα μάζεψα του λέει ο άλλος, ανοίγει μια τσάντα γεμάτη με χαρτονομίσματα των 10 ευρώ. Καλά του λέει ο φουκαράς, εγώ έγραψα στην ταμπέλα πως έχω γυναίκα άρρωστη με 3 παιδιά μικρά, και μάζεψα 3 ευρώ, εσύ τι έγραψες στην ταμπέλα σου. «Μου λείπουν μόνο 10 ευρώ, για να γυρίσω στην πατρίδα μου!»

Μεταμφίεση Σωτήρα

ΥΛΙΚΑ: Aρχαία τεχνολογία για κατασκευή διστημόπλοιων, μερικές χιλιάδες άνθρωποι με χρέη προς το δημόσιο. Επεξεργαστείτε την αρχαία τεχνολογία ώστε να είναι κατανοητή και εύχρηστη. Αν οι πληροφορίες είναι σκαλισμένες σε πλάκες, αντιγράψτε τις καλύτερα σε αρχαίο υπολογιστή. Πουλήστε το συνολικό project σε μια παγκόσμια υπερδύναμη, που να ενδιαφέρεται για την κατασκευή βιονικών υπερκινητήρων σε διαστημικά οχήματα και πάρτε ως αντάλλαγμα κρατικά ομόλογα αξίας 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων, κατά προτίμηση γνήσια. Συγκεντρώστε περίπου 30.000 οπαδούς σε ένα σημείο που να εκπέμπεται αρχαία κοσμική ενέργεια και βάλτε τους να ορκιστούν στα ομόλογα, προκειμένου να διαγραφούν τα χρέη τους προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Το αποτέλεσμα θα εντυπωσιάσει τους φίλους σας.

H κατάσταση ξεφεύγει, βουλευτής έφαγε τη χρονιάς του!

Στη Ροδόπη και συγκεκριμένα στο Ανθοχώρι, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Αιχμάν Καραγιουσούφ γευμάτιζε με φίλους του σε εστιατόριο. Κάποιοι αγρότες που τον εντόπισαν, του είπαν να βγει λίγο έξω να του μιλήσουν. Αυτός δέχτηκε, στην αρχή όλα ήταν ήρεμα, οι αγρότες του είπαν να μην ψηφίσει το νομοσχέδιο γιατί καταστρέφονται, αυτός τους απάντησε, πως όταν έλθει η ώρα θα δει τι θα πράξει, και κατέληξε πως, τώρα πίνω τα τσιπουράκια με τους φίλους μου, μην με ζαλίζετε άλλο. Κάποιος απ’ τους αγρότες έχασε τον έλεγχο, τον πλάκωσε στις γροθιές με αποτέλεσμα να τον στείλει στο νοσοκομείο με βαριά τραύματα. Η χειροδικία δεν είναι λύση, είναι παραλογισμός, αλλά η αδικία που βιώνουν οι πολίτες θα βρίσκει διέξοδο δυστυχώς εκεί όλο και συχνότερα.