Τι ώρα ανοίγει το μπαρ;

Παίρνει ένας τηλέφωνο στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου και ρωτάει.
-Τι ώρα ανοίγει το μπαρ;
-Το μπαρ ανοίγει αργά, του απαντάει εκνευρισμένη μια γυναικεία φωνή.
Μετά από καμιά ώρα, ξανά και επαναλαμβάνει την ίδια ερώτηση και παίρνει την ίδια απάντηση, συνεχίζει να παίρνει τηλέφωνο, και η φωνή του ακούγεται όλο και πιο μεθυσμένη, η άλλη του λέει πολύ εκνευρισμένα.
-Μα επιτέλους τι πρόβλημα έχετε, απ’ ότι καταλαβαίνω δεν σας λείπει το ποτό.
-Οχι κυρία μου, ποτό έχω τον μπάρμαν περιμένω να μου ανοίξει!

Oι ληστές των ελληνικών ορέων

Η είδηση της δολοφονίας του Καποδίστρια προκαλεί θύελλα ενθουσιασμού στην «αυτόνομη» Υδρα, όπου οι Κουντουριώτηδες και ο Μιαούλης οργανώνουν πολυήμερες γιορτές και πανηγύρια. Στο Αργος σενέρχεται η Εθνική Συνέλευση αλλά το μόνο που δεν κάνει είναι να συνεδριάζει. Οι Βουλευτές είναι ένοπλοι και χωρισμένοι στα δύο: Τους «κυβερνητικούς», δηλαδή τους καποδιστριακούς, που τους στηρίζουν τα στρατεύματα της Πελοποννήσου υπό τον Θ. Κολοκοτρώνη, και τους «συνταγματικούς», δηλαδή τους αντικαποδιστριακούς, που τους στηρίζουν τα στρατεύματα της Ρούμελης υπό την στρατιωτική ηγεσία του Θ. Γρίβα και την πολιτική του Ι. Κωλέττη, που μόλις είχε αποχωρήσει απ’ την τριανδρία Κολοκοτρώνη-Αυγουστίνου Καποδίστρια-Κωλέττη, που μόλις είχε αναλάβει την κυβέρνηση μετά τον θάνατο του Κυβερνήτη.
-Στην περιοχή μεταξύ Αργους και Ναυπλίου διεξάγονται κανονικές μάχες μεταξύ «κυβερνητικών» και «συνταγματικών», που ούτε καταλαβαίνουν τι είναι και σε τι χρησιμεύει το σύνταγμα. Ο Κωλέττης, προ του κινδύνου να ανασκολοπιστεί απ’ τον θηριώδη Κολοκοτρώνη που χτυπάει ανηλεώς, παίρνει τα στρατεύματα των Ρουμελιωτών, οι οποίοι έχουν αυτονομηθεί πλέον πλήρως,και εγκαθίσταται στα Μέγαρα, όπου σε λίγο συρρέουν και οι Κουντουριώτηδες, ο Μαυροκορδάτος, ο Ζαίμης και άλλοι πολλοί «συνταγματικοί», δηλαδή λωποδύτες που στο όνομα του συντάγματος επιδίδονται μετά μανίας στο ροκάνισμα του δημοσίου ταμείου, όπως και σήμερα στην χωρίς δημοκράτες ελληνική δημοκρατία.
-Οι στρατιωτικές δυνάμεις των «κυβερνητικών» (Πελοποννήσιοι υπό τν Κολοκοτρώνη) και τον «συνταγματικών» (Ρουμελιώτες υπό τον Γρίβα) ξεχνούν σύντομα τις μεταξύ τους πολιτικές διαφορές και ομού και οι δύο, που τα λέμε, ρημάζουν το σύμπαν, λεηλατώντας ανηλεώς τους Ελληνες. Είναι τότε που εμφανίζονται οι ληστές των ελληνικών ορέων, που υπήρχαν μέχρι το 1940.
-Ο Γρίβας, προφανώς για να αλαφρώσει την Αττική και τη Ρούμελη απ’ τη λεηλασία που μετά ζήλου ελληνικού ασκούν οι Ρουμελιώτες στρατιώτες του, εκστρατεύει κατά της Πελοποννήσου, και στην πεδιάδα του Ναυπλίου συνάπτονται μάχες πολύνεκρες με τα στρατεύματα του Κολοκοτρώνη. Ο Καποδίστριας είχε δίκιο. Μόνο με το καντονιακό σύστημα διακυβέρνησης θα μπορούσε να ξεπεραστεί η εχθρότητα ανάμεσα στους κατοίκους των διάφορων περιοχών της Ελλάδας – εχθρότητα που στηρίζεται στην ετερόκλητη εθνολογική τους συγκρότηση και την έλλειψη ενιαίας εθνικής συνείδησης.
-Στο Αργος, η Εθνική Συνέλευση συνεχίζει τις «εργασίες» της, αλλά ο Κριεζιώτης ορμάει στη Βουλή, αιχμαλωτίζει τον πρόεδρο Νοταρά και δέκα ακόμα βουλευτές και τους απολύει λίγο αργότερα εισπράττοντας λύτρα! Τα ίδια όπως και σήμερα, κανείς δεν ξέρει που σταματάει το κράτος και που αρχίζει το παρακράτος. Στο μεταξύ, ο Κωλέττης, ο Ζαίμης και ο Μεταξάς σχηματίζουν «συνταγματική» κυβέρνηση στο Ναύπλιο, και αποφασίζουν να διώξουν επιτέλους απ’ την Πελοπόννησο τους εισβολείς Ρουμελιώτες. Αυτοί φεύγουν μεν, σχηματίζουν δε οργανωμένες συμμορίες και ρημάζουν σχεδόν ολόκληρη την Ελλάδα. Με τέτοια μυαλά το πως υπάρχουμε ακόμα, αποτελεί αίνιγμα για μένα.

Τι να μου αρέσει ρε Αντρέα;

Ο Αντρέας ο Παπανδρέου έχει εγκατασταθεί στο καινούργιο του Παλάτι στην Εκάλη, που είναι γνωστό πως το απόκτησε με το μωρό του τη Μιμή. Σε μια δόση ο Αντρέας την ρίχνει στο πάτωμα την γδύνει με βιαστικές κινήσεις και αρχίζει το σπατουλάρισμα, μετα από αρκετή ώρα τη ρωτάει.
-Σου αρέσει Μιμή μου;
-Τι να μου αρέσει Αντρέα, βάλε τα γυαλιά σου, μισή ώρα γλύφεις τη μοκέτα!

Το γλιέπεις καλά;

Ενας βλάχος ήθελε να εντυπωσιάσει την αρραβωνιαστικιά του με τα εσώρουχα. Πήγε λοιπόν και αγόρασε 3 μέτρα μεταξωτό ύφασμα και το έδωσε στη μάνα του για να του ράψει εσώρουχα. Η μάνα του χρησιμοποίησε μόνο ένα μέτρο για ράψει ένα σώβρακο, ο βλάχος πήγε να το δείξει στην αρραβωνιαστικιά, όμως από την ταραχή του ξέχασε να βάλει το σώβρακο, φτάνει στην δικιά του, κατεβάζει το παντελόνι και της λέει.
-Το γλιέπεις, το γλιέπεις;
-Το γλιέπω Μήτρο μου, το γλιέπω!
-Το γλιέπεις καλά;
-Καλά Μήτρο μου καλά.
-Ε, από αυτό που γλιέπεις, έχω άλλα δυο μέτρα στο σπίτι.

Σ’ αυτή τη χώρα είσαι ότι δηλώσεις

Πολλές φορές έχω ακούσει στην τηλεόραση ή έχω διαβάσει σε συνεντεύξεις τραγουδιστών και ηθοποιών να δηλώνουν καλλιτέχνες. Αυτό το κάνουν από άγνοια φυσικά, επειδή οι άνθρωποι με τις δυο αυτές ιδιότητες είναι στην συντριπτική πλειοψηφία αγράμματοι. Τραγούδι σημαίνει ακριβώς ποίηση που τραγουδιέται, οι ποιητές στην αρχαία Ελλάδα συνέθεταν οι ίδιοι τη μουσική με την λύρα τους και οι ίδιοι έκαναν την απαγγελία των στίχων. Οι σημερινοί τραγουδιστές ή για να κάνουμε έντιμη χρήση των λέξεων (ερμηνευτές», από που και ως που είναι καλλιτέχνες; Τότε και το αηδόνι που κανείς δεν έχει τέτοια φωνή είναι καλλιτέχνης, μόνο όποιος δημιουργεί σε μια από τις λεγόμενες καλές τέχνες δικαιούται τέτοιον τίτλο.
-Πάμε τώρα στους ηθοποιούς οι οποίοι έχον τελειώσει Δραματική σχολή, χωρίς να γνωρίζουν τι σημαίνει η λέξη δράμα. Κάποια έλεγε σε μια συνέντευξη, εφέτος έπαιζα σε κωμωδία, του χρόνου θα παίξω σε δραματική σειρά. Μιλάμε για τερατώδη άγνοια, το θέατρο ξεκίνησε να παίζετε προς τιμή του Διόνυσου και ονομάζονταν τραγωδία, όπως το λέει η ίδια η λέξη, σημαίνει ωδή, δηλαδή, τραγούδι, των τράγων. Αυτοί ήταν ηθοποιοί που ντύνονταν σαν τράγοι γιατί παρίσταναν δυνάμεις της πρωτόγονης φύσης, στοιχεία ανυπόταχτα και άγρια, που ήταν η παρέα του καινούργιου θεού του Διόνυσου. Ο θεός αυτός με τη συνοδεία του από τραγοντυμένους Σατύρους γνώρισε πολλές και μεγάλες περιπέτειες στην περιπλάνησή του από χωριό σε χωριό. Και σιγά-σιγά από τις κουβέντες τους, τους διαλόγους τους, μπρος στον κόσμο, γεννήθηκε με τα χρόνια, το θεατρικό είδος που λέμε δράμα…
-Αυτές τις πρωτόγονες παραστάσεις τις είπαν με μια γενική λέξη δράματα, επειδή οι ηθοποιοί στη σκηνή δε μένανε ακούνητοι, έρχονταν, μιλούσαν, γελούσαν, κάνανε αστεία, χόρευαν, χειρονομούσαν, πηδούσαν σαν τραγιά που ήσαν… παρουσίαζαν δράση, κίνηση, ζωή… Και πάλι με τον καιρό από το δράμα, γεννήθηκαν δυο δίδυμες να πούμε κόρες: η τραγωδία και η κωμωδία, που αν και είναι και αυτές δράματα, γιατί έχουν κίνηση, ζωή, φασαρία, δράση… όμως είναι διαφορετικές.

Ο Μήτσος και η γκόμενα

Ο Μήτσος είναι με την γκόμενα, η οποία του λέει σε μια στιγμή.
-Μήτσο μου ωραίο είναι το μούσι που έχεις, αλλά εγώ θέλω να το κόψεις, επειδή θέλω να βλέπω το όμορφο πρόσωπό σου.
-Δεν γίνεται αυτό το πράγμα κούκλα μου, γιατί η γυναίκα μου το λατρεύει το μούσι μου, αν το κόψω θα έχουμε μεγάλη φασαρία.
-Μωρό μου σε παρακαλώ, Μήτσο μουου, κάνε το για χάρη μου, ξέρεις πόσο σε λατρεύω.
Τι να κάνει ο Μήτσος, με τα πολλά παρακάλια πείστηκε, πηγαίνει στον κουρέα και του κάνει το πρόσωπο λαμπίκος, από εκεί στην γκόμενα. Το βράδυ γυρίζει στο σπίτι του αργά, γδύνεται αθόρυβα και ξαπλώνει δίπλα από τη γυναίκα του. Αυτή χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια της, απλώνει το χέρι της στο πρόσωπό του και ψιθυρίζει.
-Αντρέα δεν έπρεπε να είσαι ακόμα εδώ, όπου νάναι θα γυρίσει ο άντρας μου.

Νέρωνας: Τι αγαθή ψυχούλα!

Παρόλο που στην αρχή όσες πράξεις ασέλγειας, αλαζονείας, αισχρότητας, απληστίας και ωμότητας έκανε, ήταν μετριασμένες και τις διέπραττε συνήθως στα κρυφά και θα μπορούσαν ίσως να κριθούν ως ολισθήματα της νεότητας, όμως, ακόμα και τότε η ίδια η φύση αυτών των πράξεων ήταν τέτοια ώστε κανείς δεν αμφέβαλε ότι ήταν προιόντα του χαρακτήρα του και όχι τόσο της ηλικίας του. Αμέσως μόλις σκοτείνιαζε, έπαιρνε ένα σκούφο ή μια περούκα και πήγαινε στις ταβέρνες ή γύρναγε γενικώς στους δρόμους αρχίζοντας τα πειράγματα, πράγμα διόλου ακίνδυνο: γιατί ήταν συνήθειά του να χτυπάει τον κόσμο την ώρα που γύρναγε από τις ταβέρνες στο σπίτι του, και να μαχαιρώνει όποιον του έφερνε αντίσταση και στη συνέχεια να τον ρίχνει στους υπονόμους.
-Πολλές φορές έμπαινε σε μαγαζιά και τα λήστευε, και μετά, αφού πήγαινε τη λεία στο Παλάτι, την εξέθετε σε δημοπρασία και έπαιρνε τα χρήματα. Σε τέτοιους τσακωμούς δεν δίσταζε να παίζει κορώνα-γράμματα τα ίδια του τα μάτια, ακόμα και την ίδια του τη ζωή. Κάποτε ένας συγκλητικός του έδωσε τόσο ξύλο, που πήγε να τον σκοτώσει, γιατί είχε φερθεί πολύ άσχημα στη γυναίκα του. Μετά απ’ αυτό, ποτέ δεν τόλμησε να βγει έξω τέτοια ώρα μόνος του, χωρίς την αφανή συνοδεία χιλιάρχων που τον παρακολουθούσαν από μακριά. Κακομεταχειρίστηκε παιδιά ελευθέρων και κοιμήθηκε με παντρεμένες γυναίκες, βίασε την Εστιάδα παρθένα Ρούμπρια. Την απελεύθερη Ακτή την έκανε νόμιμη σύζυγό του, αφού πρώτα πλήρωσε μερικούς συγκλητικούς για να ορκιστούν ψέματα ότι δήθεν ήταν βασιλικής καταγωγής. Ευνούχισε το νεαρό Σπόρο και προσπάθησε να τον κάνει όσο πιο γυναίκα μπορούσε. Τον παντρεύτηκε κανονικά με όλες τις καθιερωμένες τελετές, μεταξύ των οποίων και η παράδοση προίκας και το νυφικό, τον πήγε κανονικά σπίτι του με τη συνοδεία μεγάλου πλήθους και τον είχε κανονικά για γυναίκα του. Ο κόσμος έλεγε το έξυπνο αστείο που είπε κάποιος, ότι θα ήταν καλύτερα αν ο πατέρας του Νέρωνα, ο Δομίτιος, είχε κάνει ένα τέτοιο γάμο.
-Δολοφόνησε τη μητέρα του, με την οποία διατηρούσε ερωτικές σχέσεις, την θεία του, το δάσκαλό του το Σενέκα, αγαπούσε υπερβολικά την Ποππαία, την παντρεύτηκε, ωστόσο την σκότωσε με κλωτσιές όταν ήταν έγκυος και άρρωστη, επειδή του μίλησε κάπως επιτιμητικά κάποιο βράδυ που είχε αργήσει να γυρίσει από τον Ιππόδρομο. Σκότωσε την Αντωνία, την κόρη του Κλαύδιου, διότι αρνήθηκε να τον παντρευτεί μετά τον θάνατο της Ποππαίας, κατηγορώντας την για επαναστάτρια. Ανάμεσα στα συγγενικά του θύματα και ο νεαρός Αουλος Πλαύτιος, τον οποίο προτού τον εκτελέσει τον βίασε φωνάζοντας. «Ας έρθει τώρα η μητέρα μου να φιλήσει τον διαδοχό μου», υπαινισόμενος πως η Αγριππίνα δήθεν αγαπούσε τον Πλαύτιο και αυτός ο τελευταίος φανταζόνταν ότι ίσως καταφέρει να γίνει αυτοκράτορας. Τον Ρούφιο Κρισπίνο (παιδί ακόμα), που ήταν γιος δικός του από την Ποππαία, διέταξε τους υπηρέτες του ίδιου του παιδιού να το πνίξουν την ώρα που ψάρευε, επειδή λεγόταν ότι στα παιχνίδια του παρίστανε τον στρατηγό και τον αυτοκράτορα. Αυτά μόνο, είχε κάνει και άλλα πολλά, τόσο καλό παιδί!