Καλά ακόμα να παντρευτείς;

Δυο φίλοι συναντιούνται τυχαία, μετά από πολλά χρόνια, λέει ο πρώτος.
-«Τι γίνεσαι ρε φίλε παντρεύτηκες;
-«Ναι βέβαια, έχω και δυο παιδιά, εσύ παντρεύτηκες;
-«Όχι, δεν παντρεύτηκα εγώ».
-«Γιατί όχι;»
-«Επειδή δεν βρέθηκε αυτή που θα ξυπνήσει το κτήνος που κοιμάται μάσα μου».
-«Πήγαινε και κάνε ένα υπερηχογράφημα, μπορεί να σου ψόφησε!»

Advertisements

Το σκεπτόμενο καλάμι

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα καλάμι, το πιο αδύναμο της φύσης, αλλά είναι ένα σκεπτόμενο καλάμι. Δεν χρειάζεται να οπλιστεί ολόκληρο το σύμπαν για να τον τσακίσει: λίγος ατμός, μια σταγόνα νερού φτάνουν για να τον σκοτώσουν. Αλλά και αν το σύμπαν τον τσάκιζε, ο άνθρωπος θα ήταν ανώτερος από αυτό που τον σκοτώνει, επειδή ξέρει ότι πεθαίνει και γνωρίζει την ανωτερότητα του σύμπαντος απέναντί του, το σύμπαν δεν ξέρει τίποτα.
Όλη μας η αξιοπρέπεια συνίσταται επομένως στη σκέψη. Εκεί πρέπει να ανυψωθούμε και όχι στον χώρο και τον χρόνο, που δεν θα ξέραμε να γεμίσουμε. Ας προσπαθούμε λοιπόν, να σκεφτόμαστε: αυτή είναι η αρχή της ηθικής.

Μπλεζ Πασκάλ
Σκέψεις

Η ανία

Τίποτα δεν είναι τόσο ανυπόφορο για τον άνθρωπο όσο το να βρίσκεται σε απόλυτη ανάπαυση, χωρίς πάθη, χωρίς τίποτα να κάνει, χωρίς διασκεδάσεις, χωρίς απασχόληση. Έτσι αισθάνεται το τίποτα της ύπαρξής του, την εγκατάλειψή του, την ανεπάρκειά του, την εξάρτησή του, την ανικανότητά του, το κενό του. Σύντομα βγαίνουν από τα βάθη της ψυχής του η ανία, η κακή διάθεση, η θλίψη, η μελαγχολία, η κακεντρέχεια, η απελπισία.

Μπλεζ Πασκαλ

Σκέψεις,171, Λεόν Μπρουνσβίγκ

Τάμαθες μαρή;

Συναντιούνται οι δυο κουτσομπόλες της γειτονιάς, λέει η πρώτη.
-«Τάμαθες μαρή, πιάσανε την Κούλα του Στάθη, καβάλα στο Μήτσο της Μαρίας».
Και η άλλη γελώντας, της αποκρίνεται.
-«Δεν μου προκαλεί καμιά εντύπωση, πάντα το έλεγα ότι ο Μήτσος είναι μουλάρι!»

Η φρίκη του σκοτεινού Μεσαίωνα

Αρκεί να διαβάσει κανείς την εξιστόρηση του Ροδόλφο Γκλάμπρο στο έργο Historiarum Libri, αναφερόμενη σε γεγονότα που συνέβησαν ενώ το έτος χίλια είχε ήδη περάσει τριάντα χρόνια, λίγο πριν από το 1033. Περιγράφει έναν λιμό που ήρθε σε καιρούς τόσο κακούς, που δεν μπορούσε να γίνει ούτε σπορά ούτε συγκομιδή. Η πείνα σκελέτωσε τους πάντες, πλούσιους και φτωχούς, και-όταν δεν υπήρχαν πια ζώα για να φαγωθούν- όλοι κατέληξαν να τρώνε κάθε είδους ψοφίμι και «άλλα πράγματα που προκαλεί αηδία και μόνο να μιλάς γι’ αυτά», ώσπου κάποιοι έφτασαν να φάνε ακόμη και ανθρώπινη σάρκα. Οι οδοιπόροι δέχονταν επίθεση, δολοφονούνταν, κόβονταν κομμάτια και μαγειρεύονταν, και όσοι επιχειρούσαν να φύγουν μακριά με την ελπίδα να ξεφύγουν από το λιμό, κατά την διάρκεια της νύχτας δολοφονούνταν και καταβροχθίζονταν από αυτούς που τους είχαν φιλοξενήσει. Δελέαζαν τα μικρά παιδιά δείχνοντάς τους ένα φρούτο ή ένα αυγό, για να μπορέσουν να τα σφάξουν και να τα φάνε. Με λίγα λόγια, «τόσο σαρωτική ήταν αυτή η μανία, που ένα εγκαταλειμμένο βόδι κινδύνευε λιγότερο να απαχθεί, σε σχέση με έναν άνθρωπο».

Ο λαός είναι η γλώσσα του, αλλά σαν την ελληνική…

Στο βυζαντινό σχολείο τα παιδιά μαθαίνανε αριθμητική στα δάκτυλα και η έκφραση «τα παίζω στα δάκτυλα», που λέμε και σήμερα ακόμη, έχει την ρίζα της στο Βυζάντιο. Το «έφαγα τον περίδρομο» έχει να κάνει με το Βυζάντιο. Τα πιάτα τα βυζαντινά ήταν βαθουλά και είχαν έναν περίγυρο που τον λέγανε περίδρομο. Όταν βάζανε τη σούπα λοιπόν και ξεχείλιζε και στον περίδρομο…έτρωγες έως τον περίδρομο.
-Επίσης σήμερα, μόνο στα ελληνικά λέμε «ο ήλιος βασίλεψε». Από που κι ως που ο ήλιος βασιλεύει όταν δύει; Προκύπτει από την παρατήρηση… Όταν βασιλεύει ο ήλιος γίνεται πορφυρόχρωμος, ντύνεται την πορφύρα, τη βυζαντινή πορφύρα, βασιλεύει. Το «παιδεύω» στα αρχαία ελληνικά ήταν «εκπαιδεύω». Όταν σήμερα λέμε «μη με παιδεύεις» δεν εννοούμε να μη με εκπαιδεύεις, αλλά να μη με βασανίζεις. Από που κι ως που; Είναι η ιουδαική θεωρία ότι όταν το ποίμνιο του Θεού ξεστρατίζει και αμαρτάνει, τότε ο Θεός στέλνει θεοσημίες, δηλαδή λοιμούς, σεισμούς, καταποντισμούς, πυρκαγιές και όλα αυτά για να τον τιμωρήσει, να τον εκπαιδεύσει και να μετανοήσει».

Γιατί δεν φοράς κράνος;

Το λιοντάρι έχει πιαστεί σε παγίδα, περνάει από εκεί ο λαγός και το απελευθερώνει, το λιοντάρι από ευγνωμοσύνη του λέει.
-«Από σήμερα και για ένα μήνα θα είσαι βασιλιάς των ζώων, θα μπορείς να κάνεις ότι θέλεις».
Την άλλη μέρα το πρωί ο λαγός κάνει επιθεώρηση σε όλα τα ζώα που είναι παρατεταγμένα στο δάσος, κάνει σε όλα ευγενικές παρατηρήσεις εάν έχουν κάνει κάποια παράβαση. Μόλις όμως φτάνει κοντά στον λύκο, τον ρωτάει άγρια, «που είναι το κράνος σου ρέ;» και τον πλακώνει στα χαστούκια. Αυτό επαναλαμβάνετε για τρεις συνεχόμενες ημέρες, το λιοντάρι φωνάζει διακριτικά τον λαγό να πάνε λίγο πιο πέρα και του λέει.
-«Καταλαβαίνω ότι έχεις άχτι τον λύκο, όμως μην τον προσβάλλεις τόσο άσχημα, στείλε τον π.χ να σου φέρει τσιγάρα, μετά για αναπτήρα και ταπείνωσε τον με τέτοιους τρόπους».
Τη άλλη μέρα ο λαγός στέλνει τον λύκο να του πάρει τσιγάρα άσσο, σε λίγο γυρνά πίσω και τον ρωτάει.
-«Με φίλτρο τα θέλεις ή με χωρίς φίλτρο;»
Ο λαγός τον πλακώνει στις σφαλιάρες ουρλιάζοντας, «που είναι το κράνος σου ρε!»