Η γριά και το τζίνι!

Μια γριούλα ενώ σκουπίζει το φτωχικό της, βρίσκει ένα παλιό λυχνάρι. Ενώ βάλθηκε να το γυαλίζει, εμφανίζεται το τζίνι και της λέει, «μπορείς να μου ζητήσεις τρία πράγματα και θα τα έχεις.» Η γριά του ζήτησε ένα μεγαλύτερο σπίτι, και το φτωχόσπιτο έγινε παλατάκι, μετά είπε ότι θέλει να γίνει νέα, και μεταμορφώθηκε σε μια 20χρονη και ωραία κοπέλα.
«Τελευταίο, πρόσεξε τι θα ζητήσεις», της λέει το τζίνι. Αυτή σκέφτεται λίγο, και με ένα πονηρό χαμόγελο απαντάει, «τώρα θέλω να έχω και συντροφιά, κάνε το γάτο μου ένα όμορφο και νέο παιδί. Πραγματικά ο γάτος μεταμορφώθηκε σε ένα ωραίο νέο ο οποίος της είπε. «Ελπίζω να μην το μετάνιωσες για την στείρωση που μου έκανες πριν δυο χρόνια!»

Από την Ηλιόπετρα του Οκτάβιο Παζ

Γραφή φωτιάς επάνω στο νεφρίτη
ανάσα των φιδιών, σχισμή στον βράχο,
στήλη του ατμού, πηγή μέσ’ απ’ την πέτρα,
αυλή του φεγγαριού, αετοράχη,
σπέρμα γλυκάνισου, θανάτου αγκάθι
ελάχιστο που δίνει αθάνατα άλγη,
ποιμένισσα κοιλάδων υποβρύχιων,
επόπτρια μες την κοιλάδα του Αδη,
λιάνα πιασμένη απ’ τους γκρεμούς του ιλίγγου,
φυτό που αναρριχάται όλο φαρμάκι,
κυρά της αστραπής και της φλογέρας,
βραγιά των γιασεμιών, στο τραύμα αλάτι,
μπουκέτο ρόδα στον τουφεκισμένο,
σελήνη της αγχόνης, χιόνι του Αυγούστου,
γραφή θαλάσσης πάνω στον βαλσάτη,
πάνω στην έρημο η γραφή του ανέμου,
μια διαθήκη του ήλιου, ρόδι, στάχυ,

Ο Μπόμπος και ο ταξιτζής

Ο Μπόμπος γουστάρει πολύ μια γυναίκα, αλλά αυτή δεν του δίνει σημασία. Τελικά η γυναίκα αποφασίζει να γίνει μοναχή, ο Μπόμπος απαρηγόρητος την αράζει έξω από το μοναστήρι. Απελπισμένος ότι δεν θα την ξαναδεί καλεί ένα ταξί, μιλάει στον ταξιτζή για τον καυμό του και αυτός τον συμβουλεύει.
«Γνωρίζω για ποια καλόγρια μιλάς, λοιπόν φίλε μου αυτή κάθε βράδυ πηγαίνει στο νεκροταφείο που είναι έξω από το μοναστήρι, ντύσου παπάς και πήγαινε να την βρεις.» Πραγματικά ντύνετε παπάς πηγαίνει στο νεκροταφείο, βλέπει την καλόγρια και την γρασάρει, αφού τελειώνει βγάζει το καπέλο και τα ψεύτικα ράσα και της λέει, «ΚΟΥΚΟΥ, είμαι ο Μπόμπος.» Ακούει την καλόγρια να του λέει, «ΚΟΥΚΟΥ, είμαι ο ταξιτζής!»

Τι τους είπες και σταμάτησαν;

Το αεροπλάνο είναι γεμάτο τρελούς οι οποίοι κάνουν μεγάλη φασαρία, ο πιλότος φωνάζει έναν τρελό και του λέει: «Πες τους να κάνουν ησυχία, γιατί εμποδίζουν την πτήση του αεροπλάνου.» Μετά από λίγο βασιλεύει απόλυτη ησυχία, ο πιλότος περίεργος φωνάζει τον τρελό και τον ρωτάει τι τους είπε και σταμάτησαν, και αυτός του απαντάει. «Τους είπα να κάνουν ησυχία, διαφορετικά να βγούνε στον κήπο!»

Κύριε μην είσαι τόσο σκληρός!

Η συγκλονιστική αυτή ιστορία είναι από την αρχαία Ελλάδα και δείχνει με θαυμαστό τρόπο την ματαιότητα των εγκοσμίων. Υπήρχε κάποιος πολεμιστής μισθοφόρος, ο οποίος αφού πρόσφερε πολλές φορές τις υπηρεσίες του κυρίως σε Πέρσες, γύρισε με πολλά χρήματα στην πατρίδα του. Αγόρασε μια μεγάλη έκταση γης, κατασκεύασε ένα πολυτελές οίκημα, με κήπους και αμπελώνες, ελαιώνες και ότι δέντρο υπήρχε. Φερόταν όμως με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο στους δούλους του, ένα γεροντάκι που το είχε χρόνια στην δούλεψη του, μια μέρα του είπε ενώ τρυγούσαν τα αμπέλια του. «Κύριε μην είσαι τόσο σκληρός με τους ανθρώπους που σε υπηρετούν, δεν γνωρίζεις αν θα προλάβεις να πιεις από το κρασί που θα βγει από τούτα τα σταφύλια.»
-Ο αφέντης γέλασε δυνατά αλλά δεν αποκρίθηκε, τελείωσε ο τρύγος, πέρασαν από το πατητήρι τα σταφύλια, ο μούστος μπήκε στα βαρέλια του αρχοντικού και μετά από μερικούς μήνες το κρασί ήταν έτοιμο. Μια μέρα ο πιστός υπηρέτης έβαλε στο τραπέζι του κυρίου το νέο κρασί και του γέμισε το κροντήρι «κύπελλο». Ο αφέντης γύρισε με χαμόγελο και λέει στο δούλο του. «Θυμάσαι που μου είπες ότι δεν είναι σίγουρο πως θα προλάβω να πιω από τούτο το κρασί; Βλέπεις λοιπόν ότι πρόλαβα!» και έκανε να πιάσει το κύπελλο. Του λέει ο υπηρέτης του, «αφέντη η απόσταση από εκεί που είναι το κύπελλο, μέχρι τα χείλη σου είναι μεγάλη.» Το χαμόγελο που άρχισε να απλώνετε στο πρόσωπο του κυρίου, μαζεύτηκε από τις φωνές που ακούστηκαν στην αυλή.
-Κάποιος αγριόχοιρος είχε εισβάλει στο κτήμα και κατέστρεφε σαν αφιονισμένος ότι συναντούσε στο διάβα του. Ο αφέντης άφησε κάτω το κύπελλο που μόλις είχε σηκώσει και βγήκε από το σπίτι. Κοιτάζοντας τον κακό που προξενούσε στις σοδειές του ο αγριόχοιρος, άρπαξε το κοντάρι του και κινήθηκε προς το μέρος του. Το ζώο όρμησε κατά πάνω του, αυτός τίναξε το ακόντιο αλλά πέρασε ξυστά από το στόχο του, το κέρατο όμως από τον αγριόχοιρο τον βρήκε στην κοιλιά, έτσι δεν πρόλαβε να πιει από το κρασί!

Δώσαμε, δώσαμε!

Δυο Σκοτσέζοι ορειβάτες χάνονται στις Αλπεις. Διάφοροι φορείς ψάχνουν για να τους εντοπίσουν μέσα στα χιόνια. Τελικά κάποιοι τους ανακαλύπτουν σε ένα κρυσφύγετο, πηγαίνουν και τους χτυπάνε την πόρτα.
«Ποιος είναι;» ρωτάνε από μέσα οι Σκοτσέζοι.
«Ανοίξτε είμαστε από τον Ερυθρό Σταυρό.» ακούγεται μια αδύναμη φωνή από μέσα, «δώσαμε, δώσαμε!»

H αβεβαιότητα σκοτώνει

Λέει ο λαός καλύτερα με ένα διάολο που τον ξέρεις, παρά με έναν άγνωστο άγγελο. Είναι απόλυτα σωστό αυτό, η καθυστέρηση στο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, καθώς και οι ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις των δανειστών ανοίγουν καινούργιες πληγές στην οικονομία. Το πρώτο δίμηνο του 2017, η επιδείνωση της πραγματικής οικονομίας είναι εμφανής και η κρίση χτυπά σε πολλαπλά μέτωπα.
-Τα κρατικά ταμεία αδειάζουν, και αυτό παγώνει τις πληρωμές του δημοσίου προς τους ιδιώτες. Υπάρχει μια άτυπη στάση πληρωμών από νοικοκυριά και επιχειρήσεις προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία,ενώ στην αγορά επικρατούν συνθήκες ασφυξίας, με τα λουκέτα να κάνουν παρέλαση καθημερινά. Σε ελεύθερη πτώση βρίσκεται η κατανάλωση, ακόμη και των βασικών αγαθών όπως είναι τα τρόφιμα. Η αντοχή του τραπεζικού συστήματος δοκιμάζεται, ο εφιάλτης για κούρεμα καταθέσεων επανέρχεται, και αν δεν κλείσει η αξιολόγηση μέχρι τον Ιούνιο, θα ανοίξει η πύλη της κολάσεως.