Κανίβαλοι και σταυροφόροι.

Τ’ήταν οι σταυροφορίες
έχετε ποτέ διαβάσει,
του διαόλου αλητείες
να σου φεύγει το καφάσι.

Γράφει ο χρονικογράφος
μ’όνομα Ραούλ ντε Κάν,
ευθαρσώς και ολογράφως
κανιβαλισμούς για μπάμ.

Οι χύτρες τους ξεχείλιζαν
απ’ανθρώπινα μέλη,
Τούρκους που εξεκοίλιαζαν
κρέας γλυκό σαν μέλι

Παιδιά εκαταβρόχθιζαν
ψημένα εις την σούβλα,
το κρέας τους συνήθιζαν
κι ήτανε λέει μούρλια,

Τους Τούρκους και Σαρακηνούς
έτρωγαν ορεξάτοι,
όπως του σκύλους και αυτούς
τους έβαζαν στο μάτι.

Πτώματα μουσουλμανικά
τα ψήνανε ολοταχώς,
μετά γύρ’από τη φωτιά
γίνονταν ο κακός χαμός.

Για την «απελευθέρωση των Αγίων Τόπων» η εξαθλιωμένη Δύση
κατέσφαξε και καταλήστεψε την εύπορη Ανατολή.

ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΓΝΑΘΙΟ ΣΑΝΤΣΕΘ ΜΕΧΙΑΣ

Ω! να το βλέπω δε θέλω!

Πές στό φεγγάρι νάρθει,
πώς δέ θέλω νά βλέπω το αίμα
του Ιγνάθιο πά’στην αρένα.

Ω!να το βλέπω δε θέλω!

Το φεγγάρι ολάνοιχτο πέρα ως πέρα.
Αλογο από σύγνεφα ήρεμα,
κι γκρίζα πλατεία του όνειρου
με ιτιές στις άκρες πέρα.

Ω!να το βλέπω δε θέλω!
Η ανάμνησή μου πυραχτώνεται.
Προφτάξτε το στά γιασεμιά
με τη μικρή τους τη λευκότη!

Ω!να το βλέπω δε θέλω!

Η αγελάδα του κόσμου του παλιού
περνούσε τη θλιμένη της γλώσσα
πάνω από ένα μουσούδι μ’αίματα
χυμένα στην αρένα,
κι οι ταύροι του Γουισάντο,
σαν πέτρες και σα θάνατοι,
μουγκρίσαν ως δυό αιώνες
που κουράστηκαν να πατούν τη γη.
Οχι.
Να το βλέπω δε θέλω!

Απ’ τα σκαλοπάτια ο Ιγνάθιο ανεβαίνει
μ’όλο το θάνατό του πάνω στη ράχη.
Αναζητούσε την αυγή,
κι αυγή δε βρίσκουνταν εκεί.
Αναζητάει τη σίγουρή του την κατανομή,
και τ’όνειρο τόνε παραπλανάει.
Αναζητούσε τ’ωραίο του κορμί
κι απάντησε τ’ανοιχτό του αίμα.

Το εξαίσιο ποίημα του Λόρκα γράφτηκε το Σεπτέμβρη του 1934 στη Μαδρίτη για το θάνατο του αγαπημένου φίλου του-ξακουστού ταυρομάχου-Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας,-που συνέβηκε στις 11 τ’Αυγούστου του ίδιου εκείνου χρόνου και τον πληροφορήθηκε ο Φεδερίκο στο Σαντιάγο της Χιλής, όπου
βρισκότανε τότε.Ο Μεχίας ήτανε για το Λόρκα όχι μονάχα φίλος πολύ στενός και αγαπημένος,μα και διανοούμενος ξεχωριστός,γι αυτό και συχνά
του πρωτοδιάβαζε τα καινούργια δημιουργήματά του,όπως το ‘Ματωμένο Γάμο’
Επειδή το ποίημα αυτό είναι πολύ μεγάλο,θα δημοσιεύσω τα καλύτερα μέρη
του σε συνέχειες.

Γέρο μην κλαίς.

Γέρο μην κλαίς.
Η κυβέρνηση δεν είναι γαιδούρα,
δίνει λάστιχο δωρεάν για τη μαγκούρα.

Γέρο μην κλαίς.
Δεν πειράζει αν δεν έχεις λεφτά για φρατζόλα,
κάν’τη γριά σου να γίνει πηδιόλα.

Γέρο μη κλαίς.
Τσάμπα απευθύνεσαι σ’αυτόν τον Κουτρούγκαλο,
μιλάμε πως είναι μεγάλο καρούμπαλο.

Γέρο μην κλαίς.
Θέλεις ακόμα,ορέγεσαι γάλα;
Μου φαίνεσαι γέροντα μεγάλη κουφάλα.

Γέρο μην κλαίς.
Θέλεις ν’αλλάξεις στο γάιδαρο σέλα;
Ναι,αλλά δεν έχει καινούργια μασέλα.

Γέρο μην κλαίς.
Θέλεις μπογιά μωρέ για τα παπούτσια;
Μήπως θες και καλλυντικά για την πούτσα,
πορνόγερε να μας κάνεις λούτσα!

Συζήτηση με το Θεό-Βιβλίο 3

Πως θα μπορούσα να είμαι κατά του γάμου;Είμαστε όλοι
παντρεμένοι.Είμαστε παντρεμένοι ο ένας με τον άλλον,
τώρα και για πάντα.Είμαστε ενωμένοι.Είμαστε Ενα.Η δ-
ική μας είναι η μεγαλύτερη γαμήλια τελετή που έγινε
ποτέ.Ο όρκος Μου προς εσάς είναι ο σπουδαιότερος όρ-
κος που δόθηκε ποτέ.Θα σας αγαπάω για πάντα και σας
αφήνω ελεύθερους για τα πάντα.Η αγάπη μου δε θα σας
δεσμεύσει ποτέ με οποιοδήποτε τρόπο και γι’αυτό κά-
ποια στιγμή είναι μοιραίο ότι θα Μ’αγαπήσετε,γιατί
η ελευθερία να Είστε Αυτό που Είστε είναι η μέγιστη
επιθυμία σας και το μέγιστο δώρο Μου.
Με δέχεσαι τώρα ως νόμιμο σύντροφό σου και συνδημι-
ουργό,σύμφωνα με τους ύψιστους νόμους του σύμπαντος;
Σε δέχομαι.
Κι Εσύ,δέχεσαι εμένα,ως σύντροφό Σου και συνδημιουργό;
Σε δέχομαι,και πάντα σε δεχόμουν.Τώρα,και στην αιωνι-
ότητα,είμαστε Ενα
Αμήν

Παισθείς έπαισας

Γέμισε αίμα και καπνούς
κόλαση όλ’η φύση,
και ποιος να κλείσει τους κρουνούς
προτού μας αφανίσει.

Φθάνει ο παραλογισμός
πια σε μεγάλα ύψη,
φοβάμαι πως αφανισμός
κακός θα μας συντρίψει.

Ξέρεις τι είν’αποκλεισμός
από την κοινωνία,
είναι το γκάζι κι ο θυμός
για τρέλα στα κρανία.

Εάν Μοχάμεντ λέγεσαι
στο βιογραφικό σου,
ποτέ δεν επιλέγεσαι
μαύρο το ριζικό σου.

Μιλάμε για βία τυφλή
μ’αντί για να κρυφτούμε,
μήπως τι την δημιουργεί
θα πρέπει να σκεφτούμε;

Πρέπει να βρούμε την πηγή
που έχ’αυτή η βία,
πριν γίνει στάχτη όλ’η γη
και μάλιστα με βία.

Για την «απελευθέρωση των Αγίων Τόπων’ η εξαθλιωμένη Δύση
κατέσφαξε και καταλήστεψε την εύπορη Ανατολή.Η κατάληξη γνωστή.
Οπως στην τραγωδία του Αισχύλου»Επτά επί Θήβας» «Παισθείς έπαισας»,
δηλσδή»πληγήν έδωσες,πληγήν έλαβες».Οπως στον «Αγαμέμνονα» «Τύμμα
τύμματι είσαι»δηλαδή,την πληγή με πληγή να την πληρώνεις.Οπως ο Ι-
ησούς στον Πέτρο, μάχαιραν…θα λάβεις,και όπως η λαική παρ.Οπου ε…
θα κ…

O ΠΑΝΟ ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΙΟ ΑΛΕΞΗΣΚΛΑΣΜΕΝΟΣ

Σε κάρβουνα αναμμένα
δίνουν τις διαλέξεις,
είναι δυο χαρτιά καμμένα
ο χοντρούλης κι ο Αλέξης.

Ητανε προεκλογικά
γεμάτη αλαζονεία,
μα τώρα μετεκλογικά
τους καίνε τα ηνία.

Ούτε και συζητούσανε
μ’άλλους συνεργασία,
γιατί αποσκοπούσανε
σε πλήρη απαρτία.

Οποιος τη μάχη δεν μπορεί
ν’αντέξει είπ’ο Αλέξης,
καλύτερα ν’αποχωρεί
κι από τις διαλέξεις.

Στα τέσσερα μάχ’εννοεί
η μήπως καρεκλάτο,
μου φαίνεται παραννοεί
τώρα με πάτο πιάτο.

Και ψαλίδια σε συντάξεις
σε εφάπαξ και ΕΚΑΣ,
τους μισούς θα διαγράψεις
η σε βλέπω να το σκάς.

Δεν περνά τ’ασφαλιστικό
Αλέξη και το ξέρεις,
να δω πια τι διαβολικό
πάλι μας μαγειρεύεις.

Η ΛΕΥΚΑΔΑ ΠΗΓΕ ΑΤΑ

Μεγάλη μετακίνηση
έκανε η Λευκάδα,
ίσως δεν βρήκε κίνηση
μέσα στη σοροκάδα.

Τριάντα εξ εκατοστά,
δεν είν’αμελητέα,
μα δεν κωλόνουμε σ’αυτά
πάντα περνάμ’ωραία.

Σε μας από κουνήματα
σπατάλη η φύση λες,
δεν πέφτουμ’όμως θύματα
να γίνουμ’αδελφές.

Νερό πόσιμ’απ’τη στέρνα
και χορούς απ’το σεισμό,
κεφαλή παλιολατέρνα
και η τρέλα είν’εδώ.

Μας έκανε τα ζωντανά
να τρέμουν σαν καλάμια,
μπορεί να βγούνε κουνιστά
τώρα και τα σαλάμια.

Τι τραχιά που είν’η γη σου
ρε Λευκάδα μου γλυκιά,
μα την κάνουνε οι γιοί σου
πάντα να χαμογελά.