Καλημέρα σας κύριε λιμενάρχη!

Ενα πρωινό κάποιου καλοκαιριού, βρίσκω στο Μύτικα Ακαρνανίας ένα συγχωριανό μου και μου προτείνει να κάτσουμε κάπου για καφέ, ενώ προχωρούμε για κάποιο καφενείο, περνούν από δίπλα μας ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με τα παιδιά του και ακούω τον πατέρα να λέει, καλημέρα σας κύριε λιμενάρχη. Αφού προσπέρασαν λέω στο Βασίλη, ποίον αποκάλεσε λιμενάρχη ο κύριος. Οχι εσένα βέβαια, μου απαντάει με καμάρι και ενώ τον κοιτάζω έκπληκτος αλλά και υποψιασμένος, συνεχίζει. «Τους γνώρισα χθες το πρωί στην θάλασσα και τους είπα πως κάνω διακοπές και ότι είμαι λιμενάρχης της Ιθάκης» τον κοίταξα με αποστροφή και του τα έψαλα για τα καλά.
-Ρε όργιο έχεις περάσει στα ψέματα και το θρυλικό Μπελόνια, δεν ντρέπεσαι πια καθόλου, εχθές που με ρώτησε ο Γιάννης πότε λήγει η κάρτα που πληρώνομαι, εσύ απάντησες ότι η δική σου κάρτα πληρωμής δεν λήγει ποτέ και όταν σε ρωτήσαμε τι κάρτα είν’ αυτή, μα είπες ότι έχει επάνω ένα πουλί, σε κοίταξε ο μπάρμπα Λώλος λοξά και σου είπε, πρόσεξε μην σου πετάξει το πουλί. Και τελικά την κάρτα ποιος σου την έχει δώσει ο Ξαπλόπουλος; Την άλλη φορά που είχες έλθει στο Μύτικα, είπες σε κάποιον ότι θα φύγεις σε λίγο επειδή είσαι οδηγός σε μια εταιρία, ενώ δεν ξέρεις να οδηγείς, άλλη φορά είπες στην θειά Ολγα ότι έφαγες κάτι σύκα Μήνα Μάρτη, τον Ιταλό τον σημάδευες με το δίκαννο που δεν έχεις, πόσα άλλα να σου πω που δεν έχουν τελειωμό, είπες τον άλλο βλάχο, μετά από λίγο μπερδεύτηκες στη βάρκα σου, έπεσες στη θάλασσα και φώναζες βοήθεια, όλη μέρα μέσ’ τη θάλασσα και δεν ξέρεις κολύμπι, τι όργιο είσαι εσύ μπορείς να μου πεις;» Μούγκα ο Βασίλης.

Εληξεεε

Τη δεκαετία του εβδομήντα, αποφασίσαμε οι νεολαία της Ιθάκης, να δημιουργήσουμε ένα τοπικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου και να συμμετέχουμε 4 ομάδες, τελικά δεν μας έβγαιναν τα κουκιά και αρκεστήκαμε σε δυο ομάδες, του Κάβου και του Μύλου. Δίναμε συχνά αγώνες, ακολουθούσε η γνωστή καζούρα των νικητών στους ηττημένους, αλλά πάντα μέσα στα όρια της ευπρέπειας, μιας και όλοι λίγο πολύ είμαστε φίλοι.
-Χρέη διαιτητή εκτελούσε πάντα κάποιος ουδέτερος, από κάποια άλλη συνοικία, αλλά σαν χρονομέτρης για την λήξη του αγώνα, ήταν πάντα ο Σπύρος ο Δαλέσης (Εμπάς), αν τύχαινε ο Μύλος να ήταν μπροστά στο σκορ με ένα τέρμα, ο Σπύρος σαν οπαδός του Μύλου σφύριζε την λήξη και πέντε λεπτά πριν την κανονική διάρκεια του αγώνα, για να μην ισοφαρίσουν οι άλλοι. Σε περίπτωση που προηγούνταν ο Κάβος με ένα τέρμα η καθυστέρηση συχνά περνούσε και τα 15 λεπτά. Σε ένα παιχνίδι που ήταν μπροστά ο Κάβος με ένα γκόλ, ο Σπύρος είχε καταπιεί την σφυρίχτρα για 20 λεπτά περίπου, μου λέει σε μια δόση ο φίλος μου ο Πολυχρόνης ο Δομένικος, που έπαιζε τερματοφύλακας με τον Κάβο. «Γιώργο θα κάτσω να το αρπάξω, γιατί όπως πάει η δουλειά φεύγοντας δεν θα λέμε καληνύχτα, αλλά καλημέρα». Αξέχαστα χρόνια, τότε οι μόνες ενασχολήσεις που είχαμε, ήταν το ποδόσφαιρο και η βόλτα στην προβλήτα όταν έφτανε το φέρι μπότ να βλέπουμε ποιος ήλθε στο νησί.

Ο «ξεπεσμός» του Καποδίστρια

Μια μέρα, γίνονταν λόγος στη ρωσική αυλή για τον Ιωάννη Καποδίστρια, που είχε αφήσει την υψηλή του θέση στην κυβέρνηση της μεγάλης αυτής χώρας και είχε πάει για να γίνει κυβερνήτης της μόλις απελευθερωθείσας μικρής πατρίδας του. Ενας λοιπόν είχε πει είναι κρίμα ότι βρίσκεται τώρα επικεφαλής ενός τόσο μικρού κράτους. Τότε ο τσάρος Νικόλαος παρατήρησε: – Νομίζω, ότι το έργο ενός μεγάλου πολιτικού είναι πιο δύσκολο όταν κυβερνά ένα μικρό κράτος απ’ ότι αν κυβερνούσε ένα μεγάλο κράτος. Ο Καποδίστριας να ‘στε βέβαιοι, ότι με την μετάβασή του στην Ελλάδα προήχθη δεν ξέπεσε.

Ντοματιές είναι αυτές που έχουμε στην Ελλάδα;

Συζήτηση στο καφενείο Πλατριθειάς για τις ντοματιές, λέει ο Μπαζίνας, «ντοματιές είναι αυτές που έχουμε στην Ελλάδα, στη Αφρική τις ντοματιές της μαζεύαμε με τη σκάλα που εδώ μαζεύουμε τις ελιές, τόσο ψηλές ήταν, και να ξέρατε με τι τις ξεπατώναμε στο τέλος», με τι ρε Γιώργο ρωτάνε όλοι με απορία; «Τις ξεπατώναμε με δυναμίτη παιδιά, ολόκληρα κάστρα, πως να βγούνε αλλιώς»!

Χορεύοντας ξυπόλητος πάνω στο αίμα

Το 1890, μια σαρκώδης και χλομή γιγάντια φιγούρα μπήκε σ’ ένα καφενείο του Παρισιού και πλησίασε τον διευθυντή της μικρής ορχήστρας που έδινε κέφι στο κέντρο: «Γράφω ένα έργο για μια γυναίκα που χορεύει, ξυπόλητη, πάνω στον άντρα με τον οποίον ήταν απελπισμένα ερωτευμένη και τον οποίον έχει σκοτώσει», εξήγησε με εξαίρετη ευγένεια. «Θα μπορούσατε να παίξετε κάτι κατάλληλο γι’ αυτό;» Οι μουσικοί-στο κάτω κάτω Παρισιανοί και με την νοοτροπία που είχαν στα τέλη του αιώνα-βρήκαν την παράκληση πολύ φυσική και ερμήνευσαν ένα κομμάτι τόσο εντυπωσιακό και σπαρακτικό, που οι θαμώνες του καφενείου, εμβρόντητοι, διέκοψαν τις συζητήσεις τους. Ο ψηλός άντρας άκουσε τη θλιβερή μελωδία με φανερή ικανοποίηση και τελικά γύρισε στο δωμάτιό του να συνεχίσει το γράψιμο. Ο άντρας ήταν ο Οσκαρ Ουάιλντ και το έργο, η Σαλώμη.

«Να θανατωθούν όλα τα σπουργίτια»

Αμέτρητες περιβαλλοντικές καταστροφές έχουν γίνει στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά λίγες μπορούν να συγκριθούν με αυτό που συνέβη στην Κίνα το 1958 και προκάλεσε την ανατροπή της διατροφικής αλυσίδας στο ζωικό βασίλειο και το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο Μάο Τσε Τούνγκ, ο ηγέτης της Λαικής Δημοκρατίας της Κίνας, ανακοίνωσε ότι όλα τα σπουργίτια στη χώρα πρέπει να θανατωθούν γιατί έτρωγαν μεγάλες ποσότητες σιτηρών και κατέστρεφαν τις σοδειές.
-Ο Μάο είχε σαν σκοπό τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της ζωής στην Κίνα για το Μεγάλο Αλμα προς τα μπρος, μια από τις εκστρατείες του ήταν «σκότωσε ένα σπουργίτη», έδωσε κίνητρα για το σκοπό αυτό, εξοντώθηκαν εκατομμύρια πουλιά. Τα σπουργίτια δεν έτρωγαν μόνο τα σιτηρά, αλλά και τα έντομα, η ύπαιθρος σκεπάστηκε από σύννεφα που σχημάτιζαν οι ακρίδες, η καταστροφή που προξένησαν ήταν ανυπολόγιστη. Οι άνθρωποι λιμοκτονούσαν και ο κανιβαλισμός οργίαζε, σκότωναν και έτρωγαν ο ένας τον άλλο, γονείς έτρωγαν τα παιδιά τους και παιδιά τους γονείς, μαζί με το κυνήγι που είχε προβεί κατά των πολιτικών του αντιπάλων, ο αριθμός των νεκρών έφθασε τα 45 εκατομμύρια. Το τίμημα που πλήρωσε ο λαός, επειδή πήγε κόντρα στη φύση ήταν τρομακτικό.

τα

Eίναι το σώμα η φυλακή της ψυχής;

Οι «Καθαροί» ήταν δυιστές, πίστευαν ότι το καλό και το κακό αποτελούσαν διαφορετικές αρχές, έτσι ώστε ο Θεός, που ήταν το Καλό, δεν μπορούσε να έχει δημιουργήσει αυτόν τον αηδιαστικό κόσμο. Αντιθέτως, τον κόσμο τον έχει δημιουργήσει ο Σατανάς, και οι άνθρωποι ήμασταν άγγελοι που, παρασυρμένοι από τον πειρασμό του δαίμονα, είχαμε την τυχοδιωκτική και άτυχη έμπνευση να κατέβουμε στη Γη και να ενσαρκωθούμε σε σώματα θνητά. Από εκεί προέρχεται η τόσο συνηθισμένη αντίληψη να αισθανόμαστε φυλακισμένοι μέσα στην ύλη, αιχμαλωτισμένοι στο εσωτερικό κάποιων ξένων σωμάτων. Το πάθος τελικά, θα μας επέτρεπε να ελευθερωθούμε απ’ αυτή τη φυλακή.