Καθαρτήριο ταξίδι

Υπάρχει ένα μαντείο της Αναγκαιότητας,
ένα διάταγμα των θεών, αρχαίο,
αιώνιο, σφραγισμένο με τεράστιους όρκους,
όταν κάποιος, με δικό του λάθος,
λερώσει τα χέρια του από μια δολοφονία,
και επίσης {…} ψευδομαρτυρίσει,
οι δαίμονες, οι οποίοι είχαν πολύ
μεγάλη διάρκεια ζωής,
τρεις φορές δέκα χιλιάδες εποχές μακριά
από τους ευλογημένους πηγαίνουν λάθος,
δημιουργώντας με την πάροδο του χρόνου
τις πιο ποικίλες μορφές θνητών που διασχίζουν
τα οδυνηρά μονοπάτια της ζωής.
Στην πραγματικότητα,
η οργή του αιθέρα τους γυρίζει στη θάλασσα,
η θάλασσα τους γυρίζει πίσω στη γη,
η γη στις ακτίνες του λαμπερού ήλιου
και στη δίνη του αιθέρα αν συναντηθούν,
μισούν ο ένας τον άλλον και είναι,
κι εγώ επίσης, εξορισμένοι από τον θεό
να περιπλανιούνται,
από την εμπιστοσύνη βολοδέρνουν στην άγρια
καταδίκη.

Εμπεδοκλής, Περί Φύσεως ή Καθαρμοί
απ.115

Πράγματι, ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι
και ένας θάμνος και ένα πουλί και ένα ψάρι
τρελό που έβγαινε από τη θάλασσα.

απ.117

Advertisements

Τραγούδι για αίματα…

Σε έναν τσιγγάνικο γάμο, το έθιμο απαιτεί στο γλέντι που γίνεται, κατά τις 2 τα μεσάνυχτα, το ζευγάρι να αποσυρθεί στα ιδιαίτερα διαμερίσματα και να δείξει από το μπαλκόνι το σεντόνι με τα αίματα, σημάδι αγνότητας της νύφης. Πράγματι το ζευγάρι αποσύρθηκε και μετά από λίγο βγήκε στο μπαλκόνι με το ματωμένο σεντόνι, ενώ διάλεξαν και το τραγούδι…
-Έματα πως είσαι μάγκας
είσαι και μπελαλής…

Ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής

Ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής, οι μόνοι που γράφουν σε εξάμετρο στίχο, μοιράζονται την άποψη ότι η σοφία προέρχεται από μια θεϊκή πηγή: o θεός μιλάει σε στίχους, οι προφήτες μόνο και πάντα σε εξάμετρους στίχους. Αντίθετα, ενώ το ποίημα του Παρμενίδη παρουσιάζεται με καθαρά επικό τρόπο, ο Εμπεδοκλής παρουσιάζει τον εαυτό του ως θεό που βρίσκεται προσωρινά εξόριστος: προφήτες, βάρδοι και πρίγκιπες είναι αυτοί που κατεβαίνουν για λίγο στη γη για να επιστρέψουν εκ νέου στο θείο.

Σαχλά επιχειρήματα

Δηλαδή ο Αντιφών κάποτε, θέλων να του πάρει με τρόπον τους μαθητάς του, αφού προσήλθεν εις τον Σωκράτην, παρουσία των μαθητών, είπε τα εξής. Ω Σωκράτη, εγώ μεν ενόμιζον ότι οι φιλοσοφούντες πρέπει να γίνωνται ευτυχέστεροι (από τους άλλους ανθρώπους ή αφ’ ό,τι είναι), συ δε μου φαίνεσαι ότι έχεις απολαύσει τα αντίθετα απ’ εκείνα, που δίδει η φιλοσοφία. Ζης π.χ. τοιουτοτρόπως, όπως δεν θα υπέμενε κανείς δούλος υπό τον κύριόν του και τροφάς τρώγεις και ποτά πίνεις τα χειρότερα και φορείς ένδυμα όχι μόνον ευτελές, αλλά και το ίδιον και τον χειμώνα και το θέρος, και μένεις διηνεκώς ανυπόδητος και αχίτων. Και όμως δεν λαμβάνεις χρήματα τουλάχιστον, τα οποία, και όταν τα αποκτούμεν, μας ευφραίνουν και, όταν τα έχωμεν, μας κάνουν να ζώμεν και με περισσότερον άνεσιν και ευχαριστότερον. Εάν λοιπόν καθώς και εις τα άλλα έργα οι διδάσκαλοι τους μαθητάς των τους αποδικνύουν μιμητάς των, ούτω και συ τους μαθητάς σου θα καταντήσης, νόμιζε ότι είσαι διδάσκαλος της δυστυχίας.

{ΞΕΝΟΦΏΝ, Απομνημονεύματα, μετάφραση,
Κ. Βάρναλη, Αθήνα, 1939, Ζαχαρόπουλος}.

Η κριτική του Σωκράτη στον Αναξαγόρα

Αλλά μια φορά ακούγοντας κάποιον να διαβάζει ένα βιβλίο όπως ο ίδιος μου είπε, του Αναξαγόρα, και να λέει πως ο Νους είναι που κυβερνά και είναι η αιτία όλων των πραγμάτων, ικανοποιήθηκα. Και μου φάνηκε ότι, κατά έναν ορισμένο τρόπο, έκανε λόγο ότι ο Νους ήταν η αιτία των πάντων και ότι αυτό ήταν απολύτως σωστό. Και σκέφτηκα πως αν είναι έτσι, πάει να πει ότι αυτός ο ιθύνων Νους κατευθύνει όλα τα πράγματα και τοποθετεί το καθένα μεμονωμένα κατά τρόπο που είναι καλύτερα για το ίδιο {…} Με μεγάλη χαρά θεώρησα ότι είχα βρει στον Αναξαγόρα κάποιον που θα μου δίδασκε, σύμφωνα και με τις δικές μου αντιλήψεις, την αιτία των όντων.
-Νόμιζα πως αυτός, απονέμοντας σε κάθε πράγμα ξεχωριστά και σε όλα συνολικά αυτήν την αιτία, θα είχε επίσης απάντηση για το ποιο είναι το άριστο για καθένα από αυτά και το κοινό καλό για όλα. Αυτές τις ελπίδες δεν θα τις εγκατέλειπα ούτε για όλο τον χρυσό του κόσμου. Πήρα με μεγάλη αδημονία τα βιβλία του και βάλθηκα να τα διαβάζω πολύ γρήγορα ήθελα να μάθω ποιο είναι το καλύτερο και ποιο το χειρότερο.
-Και να λοιπόν φίλε μου, εκεί που ήμουν τόσο χαρούμενος, αισθανόμουν σαν να έπεφτα κάτω, όσο προχωρούσα στην ανάγνωση του κειμένου. Έβλεπα τον άνθρωπο αυτόν να μη χρησιμοποιεί καθόλου τον Νου, ούτε να του αποδίδει κάποια αιτία για την κοσμική τάξη. Αντιθέτως, παρουσίαζε ως αιτίες τον αέρα και τον αιθέρα και το νερό και άλλα πολλά πράγματα.

Πλάτων, Φαίδων, 97b-98c

Επιστημολογία και οντολογία:η θεωρία των ιδεών

Ο Γοργίας είχε υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει καμία αντικειμενική πραγματικότητα, ότι ακόμα κι αν υπήρχε, δεν θα ήταν προσιτή στη σκέψη μας, ότι ακόμα και αν ήταν, δεν θα μπορούσε να εκφραστεί μέσω της γλώσσας, λόγω του μεγάλου βαθμού ετερογένειας μεταξύ λέξης και αντικειμένου. Ο Πρωταγόρας, από την άλλη, υποστήριζε ότι το υποκείμενο (ατομικό ή συλλογικό) είναι το μοναδικό «κριτήριο» περιγραφής και αξιολόγησης της κατάστασης και της αξίας των πραγμάτων (κάτι είναι «γλυκό» ή «δίκαιο» στον βαθμό που φαίνεται και όσο του φαίνεται ότι είναι). Για τον Πλάτωνα, τα επιχειρήματα του Γοργία και του Πρωταγόρα θα αποδεικνύονταν αδιάσειστα, αν η μοναδική πραγματικότητα που υπήρχε ήταν εκείνη που μας παρουσιάζεται από την εμπειρία των αισθήσεων. Δεν μπορούμε να πούμε ότι ο εμπειρικός κόσμος δεν υπάρχει, αλλά ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο υπάρχει, είναι της ποικιλίας του ευμετάβλητου.
-Τα πράγματα αυτού του κόσμου δεν είναι ποτέ ολόιδια με τον εαυτό τους, γιατί αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου και γιατί τα χαρακτηριστικά τους δεν είναι σταθερά. Επομένως, η γνώση που μπορούμε να έχουμε είναι εξίσου ευμετάβλητη και θολή, ενώ καθορίζεται από την υποκειμενικότητα της αντίληψης και της αξιολόγησης. Μπορούμε να πούμε ότι αυτή η κοπέλα είναι όμορφη, αλλά αυτή μπορεί σε ένα χρόνο να φανεί άσχημη αν την συγκρίνουμε με μια θεά.
-Μπορούμε να πούμε ότι το σωστό είναι να επιστρέψουμε τα αντικείμενα που μας άφησαν για να τα φυλάμε, αλλά αυτή η στάση αποδεικνύεται λανθασμένη αν ένας φίλος μας έχει αφήσει, για παράδειγμα, ένα σπαθί και σε κατάσταση μανίας μας το ζητάει πίσω, έχοντας την πρόθεση να σκοτώσει κάποιον (αυτό το παράδειγμα αντλείται από το πρώτο βιβλίο της Πολιτείας).

Αρχαία Ελλάδα
Φιλοσοφία
Μέρος Β/
επιστημονική επιμέλεια
Ουμπέρτο Έκο

Ξενοφάνης, ελεγειακά δίστιχα

Τώρα το δάπεδο, τα χέρια όλων και οι κύλικες, τα πάντα είναι καθαρά.
Ο ένας βάζει στα κεφάλια μας πλεκτά στεφάνια,
ο άλλος μας προσφέρει σε απλόχωρη φιάλη μύρα
Στέκει ο κρατήρας ξέχειλος από οινωπή χαρά.
Και άλλο κρασί ετοιμασμένο,»ποτε δεν θα λείψω», βεβαιώνει,
γλυκό ποτό μέσα σε πήλινα δοχεία και μοσχομυρίζει άνθη.
Από το κέντρο αφήνει το λιβάνι την εξαγνιστήριά του ευωδιά.
Ψυχρό, γλυκύ και καθαρό είναι το νερό.
Πλάι μας βρίσκονται ροδοκοκκινισμένα ψωμιά και πλούσια
στρωμένο τραπέζι, βαριά φορτωμένο με παχύρρευστο μέλι και λιπαρό τυρί.
Στη μέση ο βωμός, ολόκληρος με άνθη σκεπασμένος.
Αχολογά το αρχοντικό από το χορό και το τραγούδι.
Πρέπει πρώρα απ’ όλα καλόγνωμοι να υμνούμε τον θεό
με αφηγήσεις επαινετικές και στοχασμούς ανεπίληπτους.
Ας κάνουμε σπονδές και ας ευχηθούμε στο χέρι μας
να είναι η πραγμάτωση του δίκιου {αυτό είναι το σωστότερο απ’ όλα}.
Όχι απρέπειες. Να πίνεις, αλλά να μπορείς σπίτι πιωμένος
να γυρνάς χωρίς να σε υποβαστάζει υπηρέτης,
αν βέβαια δεν είσαι πολύ γέρος πια. Να επαινείς τον πότη
που μιλή για πράγματα ευγενή την αρετή πρέπει να θυμόμαστε και να υμνούμε.
Να μη μιλάνε τα ποιήματά μας για Γίγαντες, Τιτάνες και Κενταύρους, ψευδολογήματα
των αρχαίων ποιητών.
Μιλιά για τον εμφύλιο σπαραγμό.
Όλα αυτά σε τίποτε δεν ωφελούν.
Πάντοτε το καλύτερο πρέπει να σκεφτόμαστε για τους θεούς.

Απ. 1