Η παραγγέλνεις ή φεύγεις!

Ιθάκη περίπου το 1974, κάθομαι στο καφενείο «Τηλέμαχος» του Κώστα του Ταφλαμπά και πίνω τον καφέ μου, ο Κώστας συζητάει με δυο πελάτες που κάθονται τρία μέτρα από το τραπέζι μου, ακούω τον ένα να του λέει, κοίταξε τώρα τον σερβίρει ο Μπαμπούρος, σε δέκα λεπτά θα έχει τελειώσει τον καφέ του, και θα έλθει εδώ για κουβέντα, το ίδιο κάνει κάθε μέρα, γι αυτό δεν παραγγέλνει ποτέ εδώ που έρχεται μετά και αράζει με τις ώρες.
Ο Κώστας με το δίκιο του, τα πήρε στο κρανίο και είπε, α ώστε έτσι το πουλάκι μου, αλλά τώρα μόλις έλθει θα γελάσετε, πραγματικά σε λίγο έρχεται ο τύπος και έκατσε σε μια καρέκλα. Ο Κοτσιλιόρης πήγε επάνω του και με επιθετικό ύφος του λέει, τι θα πάρεις, δεν θέλω τίποτε, απάντησε αυτός και ο Κώστας του λέει, οι καρέκλες έχουνε λεφτά, ή παραγγέλνεις ή πήγαινε να κάτσεις εκεί που έπινες τον καφέ σου. Αλλαξε χρώματα ο μάγκας, φέρε μου μια πορτοκαλάδα του λέει, και από τότε πήγαινε κατευθείαν στο καφενείο ο «Τηλέμαχος.»

Ποτέ μην αγοράζετε καρπούζι από γύφτο

Κάποτε δούλευα στο Μενίδι και έπιασα κουβέντα με έναν γύφτο, ο οποίος στους τρόπους ήτανε άρχοντας, όπως και κάτι άρχοντες, φέρονται σαν γύφτοι. Σε κάποια δόση μου λέει, φαίνεσαι καλός άνθρωπος και θα σου δώσω μια συμβουλή, μην αγοράζεις ποτέ καρπούζι από γύφτο, επειδή κατουράνε μέσα. Μα πως είναι δυνατόν του είπα να κατουρήσουν μέσα στο καρπούζι, βάζουν τα γυφτάκια και κατουράν στη σύριγγα και μετά την αδειάζουν στο καρπούζι, μου απάντησε, γιατί το κάνουν αυτό απόρησα, αισθάνονται μίσος για τους Μπαλαμούς αγόρι μου, α έτσι του λέω και έλεγα κι εγώ γιατί μαυρίζω τόσο πολύ το καλοκαίρι.

Δεν μου γλυτώνει όπου και να χωθεί!

Κάποτε ένας τύπος είχε κάνει μια ατιμία στον Καραισκάκη, λύσσαξε απ’ το κακό του ο γιος της καλογριάς, και άρχισε τις γνωστές και ευρηματικές του βωμολοχίες. Που θα μου πάει δεν μου γλυτώνει με τίποτε, ακόμα και αν μπει στης μάνας του το πράμα, θα δέσω αγκίστρι στον μπούντζο του Βλαχοδήμου (ο επιβήτορας της μάνας του τύπου), και θα τονέ τσακώσω!

Πλήρωσε τα κέρατά του, για τα κερατά του!

Η ιστορία που θα αφηγηθώ, είναι αληθινή πέρα για πέρα δυστυχώς, συνέβη σε ένα νησί το όνομα του οποίου δεν θα αναφέρω για ευνόητους λόγους. Είχε πάει ένας χωροφύλακας να υπηρετήσει στο αστυνομικό τμήμα του νησιού, ο άνθρωπος αυτός ήταν η αθλιότητα ενσαρκωμένη, γνώρισε μια εξίσου άθλια γυναίκα, ο άντρας της οποίας ταξίδευε, όπως οι περισσότεροι άντρες στο νησί. Αυτή δεν ήταν μόνο ανήθικη, το χειρότερο γι’ αυτή και ειδικά για τον άντρα της, ήταν η ηλιθιότητα που κούρνιαζε μέσα στο κεφάλι της.
Το βράδυ ο χωροφύλακας, πήγαινε σπίτι της μετά τα μεσάνυχτα και έφευγε τα χαράματα, της είχε πουλήσει έρωτα και αυτή του έδινε σημαντικά χρηματικά ποσά, αυτό το κάθαρμα την έπεισε να βγάλει μερικές φωτογραφίες γυμνή, για να την θυμάται για πάντα! Μετά από λίγο άρχισε να την εκβιάζει, ή μου δίνεις τόσα ή στέλνω τις φωτογραφίες στον άντρα σου. Τι να έκανε αυτό το πορνίδιο, υπέκυπτε στις απειλές και ο άντρας της, πλήρωνε τα κερατά του για τα κέρατα.

Οσοι υπήρξαν φοιτητές να βγουν μπροστά

Πρέπει να ήταν περίπου το 1920, όταν ένας με το όνομα Μπούζης από την Ιθάκη, πήγε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία, περιβολάρης στο επάγγελμα, με ένα μεγάλο αγρόκτημα δίπλα από το ναυτικό γυμνάσιο.(το κτήμα υπήρχε τότε, το γυμνάσιο μάλλον όχι) Αφού τελείωσε η βασική εκπαίδευση και ορκίστηκαν έστειλαν τον Μπούζη να παρουσιαστεί στο στρατόπεδο ενός συντάγματος. Ο συνταγματάρχης ζήτησε όσοι από τους νεοφερμένους υπήρξαν φοιτητές να βγούνε μπροστά, την εποχή εκείνοι οι περισσότεροι δεν είχαν τελειώσει το δημοτικό, λίγοι το γυμνάσιο, ενώ το πανεπιστήμιο ελάχιστοι.
Βγήκαν τρεις όλοι κι όλοι, ο ένας από αυτούς ήταν ο Μπούζης, ο οποίος είχε περάσει κάποια χρόνια στο δημοτικό, αλλά σε όλα μαθητής πρώτης τάξεως! Ωραία λέει ο συνταγματάρχης έχουμε και τρεις νέους επιστήμονες στο σύνταγμα, και απευθυνόμενος πρώτα στον Μπούζη του λέει, εσύ παιδί μου τι φοιτούσες; Εγώ απαντάει κορδωμένος ο Μπούζης ντομάτες, μελιτζάνες, σέλινα, καρότα, το σύνταγμα όλο χόρευε ζεμπέκικο από τα γέλια, σταμάτησε σαστισμένος ο Μπούζης, μη ξέροντας γιατί γελούσαν.

Μην ανησυχείς, δεν τρέχει τίποτε

Εχω ένα φίλο από την Ιθάκη, ο οποίος είναι μάγειρας στα καράβια και μου είχε πει κάποτε την εξής ιστορία. «Ενας ταβερνιάρης στον Πειραιά, που έχουμε γνωριμία δεκαετιών, με παρακάλεσε να κρατήσω ένα βράδυ την ταβέρνα, επειδή θα πήγαινε σε ένα γάμο, πήρα και την γυναίκα μου να με βοηθήσει, και το απόγευμα πήγαμε στο μαγαζί. Μου λέει ο ταβερνιάρης, η πελατεία είναι όλοι γνώριμα άτομα, όλοι οικογενειάρχες, έρχεται και μια παρέα οι οποίοι είναι κωφάλαλοι, αλλά ευγενέστατοι άνθρωποι. Πραγματικά όλα πήγαιναν θαυμάσια, κατά δέκα η ώρα περίπου ήλθε και η παρέα με τους κωφάλαλους, παράγγειλαν με νοήματα και δείχνοντας τον κατάλογο.
Πλησίαζαν μεσάνυχτα, στην ταβέρνα είχαν μείνει δυο παρέες οι κωφάλαλοι, οι οποίοι είχανε φάει του σκασμού, και είχαν κατεβάσει ένα σωρό καράφες του κρασιού και άλλη μια παρέα. Ξαφνικά οι κωφάλαλοι έγειραν τα κεφάλια πίσω και ανοιγόκλειναν τα στόματα, φοβήθηκα πολύ και πήρα στο κινητό τον ταβερνιάρη, αλλά τα λόγια του με καθησύχασαν, μην ανησυχείς μου είπε, έχουν έλθει στο τσακίρ κέφι και τραγουδάνε!

Ασε τον άνθρωπο μην τον βαράς

Την ιστορία αυτή που ξετυλίχθηκε στο μικρό χωριό το Κάστρο του Καλάμου, μου την αφηγήθηκε ο πατέρας μου, με τον υπέροχο ξεχωριστό τρόπο που γνώριζε. Ενας κοντός αλλά λιγδιάρης, κάτι πήγε και είπε σε κάποιον για έναν άλλο, αυτός το ξεφούρνισε και όταν το έμαθε ο Αποστόλης, που ήταν ο θιγόμενος πήγε και έπιασε τον κοντό και του λέει, γιατί ορέ είπες αυτό το πράγμα;
Κάτι πήγε να πει ο άλλος, τον αρπάζει από το λαιμό, τον ανασήκωσε και του χώνει κάτι σφαλιάρες, δεξιόστροφες, αριστερόστροφες, γυρνούσε ο άλλος σαν ανεμοστρόβιλος, του ρίχνει και κάτι ιπτάμενες και του πέρασε το καπέλο κολάρο, ο κοντός αφού τον παράτησε, έκανε πως ψάχνει για πέτρα, παρενέβη ένας άλλος απ’ το χωριό και λέει του Αποστόλη. Μη βωρέ αμαρτία τι τον χτυπάς, και ο κοντός λέει στον νεοφερμένο, άσε ο άνθρωπος μπορεί να θέλει να με βαρέσει!